Στην Αγγλία οι περισσότεροι δικαιούχοι επιδομάτων είναι εργαζόμενοι. “Εργάζονται για να κερδίσουν τη φτώχεια τους”, λέει χαρακτηριστικά ο Owen Jones. Δηλαδή εργάζονται αλλά οι μισθοί που τους δίνουν τα αφεντικά τους δεν είναι αρκετοί για να ικανοποιήσουν βασικές τους ανάγκες, όπως για παράδειγμα την αγορά φαγητού για την οικογένειά τους.

Τον τελευταίο καιρό μάλιστα, όπως αναφέρει ο Aditya Chakrabortty στην Guardian, υπάρχει αύξηση μικροκλοπών, όπου πολίτες μη έχοντας φαγητό κλέβουν ψωμί και άλλα βασικά αγαθά από υπεραγορές. Κατόπιν συλλαμβάνονται, δικάζονται, και τους επιβάλλονται πρόστιμα τα οποία αδυνατούν να αποπληρώσουν. Το παράδειγμα της 35χρονης κυρίας Hill είναι χαρακτηριστικό. Η κ. Hill και το 18μηνο της βρέφος λιμοκτονούσαν. Η κ. Hill πήγε στην υπεραγορά, έκλεψε κοτόπουλο και σαπούνι, συνελήφθη και οδηγήθηκε στο δικαστήριο, όπου της επιβλήθηκε πρόστιμο £200. Ο δικηγόρος της, ο οποίος εργάζεται σε μια μετά-βιομηχανική πόλη όπως το Coventry, είπε στην Guardian ότι η πρακτική αυτή, όπου εργαζόμενοι αφήνονται να λιμοκτονήσουν ούτως ώστε να αναγκαστούν να κλέψουν, είναι τόσο διαδεδομένη που αποτελεί πλέον εθνική πολιτική.

Το κοινωνικό παντοπωλείο του Coventry (food bank), για παράδειγμα, χρειάστηκε μέσα στον τελευταίο χρόνο να υπερδιπλασιάσει τον αριθμό ατόμων που συντηρεί. Η αύξηση ζήτησης των υπηρεσιών των κοινωνικών παντοπωλείων είναι ενδεικτική της κρίσης που περνά η εργατική τάξη την ώρα που η πολιτική ηγεσία αυτοδοξάζεται ανταλλάζονται συγχαρητήρια για την επιτυχή οικονομική ανάκαμψη της χώρας. Επίσης ενδεικτικό της ανισότητας και της κρίσης που περνά η εργατική τάξη είναι το παράδειγμα του ζευγαριού εργαζομένων σε μια από τις πιο δημοφιλείς αλυσίδες υπεραγορών της χώρας, των οποίων ο μισθός δεν τους επιτρέπει να αγοράζουν φαγητό από την υπεραγορά που δουλεύουν και αντί αυτού αναγκάζονται να χρησιμοποιούν το τοπικό food bank. Η αντιπαραβολή των εικόνων αυτών με τις ανταλλαγές αλληλοσυγχαρητηρίων των πολιτικών δείχνουν την έκταση της υποκρισίας των κυβερνώντων.

Το οικονομικό πλάνο που ακολουθεί η συντηρητική κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου στα πλαίσια ανάκαμψης της οικονομίας είναι πανομοιότυπο με τις πολιτικές που προωθούνται στην Κύπρο: φιλελευθεροποίηση του ωραρίου των καταστημάτων, φιλελευθεροποίηση των συμβάσεων εργασίας (zero hour contracts), ιδιωτικοποιήσεις των κερδοφόρων κρατικών και ημικρατικών οργανισμών, γενικότερη μείωση του κράτους και των υπηρεσιών που αυτό προσφέρει, καθώς και τη σταδιακή υποβάθμιση της δημόσιας δευτεροβάθμιας παιδείας και την αύξηση του κόστους της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης.

Στο μεταξύ, Κύπριοι κυβερνητικοί αξιωματούχοι, όπως οι Βρετανοί συντηρητικοί ομοϊδεάτες τους, μιλάνε για θυσίες που απέφεραν καρπούς, εννοώντας τη χειροτέρευση του βιοτικού επιπέδου των εργαζομένων το οποίο οδήγησε (λένε) στην ανάκαμψη της χώρας. Η περαιτέρω φτωχοποίηση της Βρετανικής εργατικής τάξης όμως, δεν μπορεί να ερμηνευτεί ως θυσία, καθώς αυτή προϋποθέτει την οικειοθελή παροχή κάποιου αγαθού, όχι την υφαρπαγή αυτού από το κράτος. Επίσης, η ανάκαμψη στη Βρετανία δεν είναι καθολική, καθώς εξυπηρετεί αποκλειστικά τις ανώτερες οικονομικές τάξεις που εκμεταλλεύονται την ευάλωτη θέση των εργαζομένων, αναγκάζοντας τους να δουλεύουν για ψίχουλα και να εξαρτώνται από τα επιδόματα της κυβέρνησης και από τα κοινωνικά παντοπωλεία.

Γι’ αυτό, την επόμενη φορά που θα σε καλέσει η κυβέρνηση να τη χειροκροτήσεις αραδιάζοντας σου κάποιο αριθμό ή παρουσιάζοντας σου την “έξοδο στις αγορές” ή τα “stress tests” ως επιτυχία, σκέψου πρώτα αν κατανοείς αυτό που καλείσαι να χειροκροτήσεις, και κατόπιν κατά πόσο αυτό εξυπηρετεί τα δικά σου συμφέροντα ως εργαζόμενο ή αν περιορίζεται στα συμφέροντα της τάξης που αυτοί προέρχονται και εκπροσωπούν, δηλαδή των εκατομμυριούχων μεγαλοδικηγόρων και τραπεζιτών που εν πολλοίς ευθύνονται για τη σημερινή κατάντια της χώρας που εσύ καλείσαι να πληρώσεις υπό μορφή θυσίας.

* Το γραφικό από τον Matt Kenyon για την Guardian.