Σήμερα θα σας μιλήσω για αυτά που θεωρώ ότι πρέπει να διεκδικήσει η Μαρωνιτική κοινότητα στα πλαίσια των διαπραγματεύσεων για τη λύση του κυπριακού προβλήματος.

Δε θα μπω στις λεπτομέρειες των διεκδικήσεων, αλλά στις βάσεις αρχής πάνω στις οποίες οι διεκδικήσεις αυτές πρέπει να τεθούν.

Ας αρχίσουμε πρώτα με μια καταγραφή των πραγματικοτήτων στην Κύπρο. Στην Κύπρο έχουμε δυο κύριες εθνοτικές ομάδες[*], τους Ελληνοκύπριους και τους Τουρκοκύπριους. Οι δυο αυτές εξέχουσες ομάδες, έχουν ιστορική παρουσία στο νησί, δική τους γλώσσα, ήθη, έθιμα και θρησκεία.

Βάση του συντάγματος του 1960 τα πολιτικά δικαιώματα των πολιτών της κυπριακής δημοκρατίας απορρέουν μέσα από τη συμμετοχή σε μια από τις δυο μεγάλες εθνοτικές ομάδες. Αυτό είναι που ονομάζουμε τον δικοινοτικό χαρακτήρα του συντάγματος του 1960.

Πιστεύω ότι η εν λόγω έμφαση στον δικοινοτισμό επηρρεάζει αρνητικά τις προοπτικές επιβίωσης εκείνων των ιστορικών κοινοτήτων της Κύπρου, όπως τη Μαρωντική, οι οποίες διαφέρουν από τις δυο δεσπόζουσες και συνταγματικά εξέχουσες εθνοτικές ομάδες.

Πως, με άλλα λόγια, χωρίς συγκεκριμένες διεκδικήσεις, η Μαρωνιτική κοινοτητα απειλείται με αφανισμό μέσω της αφομοίωσης της στην Ε/Κ εθνική ομάδα.

Για να γίνει αυτή η συζήτηση, χρειάζεται να γυρίσουμε πίσω στο έτος 1959 για να δούμε πως η Μαρωνίτικη κοινότητα υποβαθμίστηκε σε θρησκευτική ομάδα, και πως η κατηγοριοποίηση αυτή, η οποία μάλιστα εδραιώθηκε στο σύνταγμα του 1960, υποβίβασε την κοινότητα και τις πολιτικές διεκδικήσεις που αυτή δικαιούται να κάνει.

Το 1959 οι μειονότητες της Κύπρου καλέστηκαν να αποφασίσουν κατά πόσο θα ασπάζονταν την εθνική ταυτότητα της μιας ή της άλλης δεσπόζουσας εθνικής ομάδας. Δόθηκε δηλαδή μια περίοδος μερικών μηνών στους Μαρωνίτες, τους Αρμένιους και τους Λατίνους για να αποφασίσουν κατά πόσο είναι Έλληνες ή Τούρκοι. Άλλες ομάδες με ιστορική παρουσία στο νησί, όπως οι Ρωμά της Κύπρου, δεν ερωτήθηκαν καν.

Το δίλημμα αυτό, εκ προϊμίου προϋποθέτει ότι κοινότητες όπως η Μαρωνιτική, δεν έχουν δικό τους εθνικό χαρακτήρα, και ότι εκ των πραγμάτων είναι κατώτερες συνταγματικά από τις δυο δεσπόζουσες ομάδες, μέσω των οποίων παρέχεται πρόσβαση σε πολιτικά δικαιώματα.

Η ταυτότητα που επεβλήθηκε στις εν λόγω μειοψηφούσες κουλτούρες της Κύπρου ήταν αυτή της θρησκευτικής ομάδας. Δηλαδή η ολότητα και ο χαρακτήρας των ομάδων αυτών αγνοήθηκε, περιορίζοντας την ιδιαιτερότητα τους στο διαφορετικό της θρησκείας τους.

Ναι μεν υπάρχουν οι θρησκευτικές διαφορές, δηλαδή η Ε/Κ κοινότητα είναι στην πλειοψηφία της ορθόδοξη και η Μαρωνιτική στην πλειοψηφία της καθολική, αυτό όμως δε σημαίνει ότι οι διαφορές τελειώνουν εκεί.

Άλλωστε, η Μαρωνιτική κοινότητα έχει αιώνες δικής της ιστορίας και παρουσίας στο νησί, όπως και οι Ελληνοκύπριοι, έχει ήθη και έθιμα συγκεκριμένα στην κοινότητα, όπως δηλαδή και οι Ελληνοκύπριοι, έχει δική της γλώσσα μάλιστα αναγνωρισμένη από την UNESCO ως παγκόσμια κληρονομιά συγκεκριμένη στην Μαρωνιτική κοινότητα της Κύπρου, και διατηρεί πολιτιστικούς συνδέσμους με τον Λίβανο, όπως δηλαδή αντίστοιχα πράττει και η Ελληνοκυπριακή κοινότητα με την Ελλάδα.

Δεδομένου λοιπόν του παρόμοιου χαρακτήρα των δυο κοινοτήτων, η συνταγματική ανωτερότητα των Ε/Κ δεν μπορεί να δικαιολογηθεί.

Έχουμε δηλαδή το πρώτο κρατούμενο. Ότι οι Μαρωνίτες έχουν αδικηθεί βαση του συντάγματος του 1960 και ότι δεν διαφέρουν ως προς τον χαρακτήρα της κοινότητας τους από τις δυο δεσπόζουσες συνταγματικά εθνικές ομάδες.

Προχωράμε τώρα στο πιο θεωρητικό κομμάτι, για να κατανοήσουμε τους κινδύνους που ελλοχεύουν με τη συνέχιση της υποτελούς αναγνώρισης των Μαρωνιτών. Γιατί, με άλλα λόγια, μειονότητες, χρειάζονται ειδική μεταχείρηση ούτως ώστε να μπορέσει η κουλτούρα τους να επιβιώσει και να μην πέσει θύμα αφομοίωσης από την πλειοψηφούσα κοινοτητα.

Για να γίνει αυτή η συζήτηση, πρέπει να αναλογιστούμε τον ρόλο που διαδραματίζει το κράτος στη διατήρηση και την επιβίωση των εθνικών ταυτοτήτων. Παρόλο που θεωρητικά το κράτος είναι ουδέτερο, στην ουσία του προασπίζει και συντηρεί τις ταυτότητες της δεσπόζουσας εθνικής ομάδας. Λειτουργεί στη γλώσσα της ομάδας αυτής, τα σχολεία του διδάσκουν την ιστορία, τα ήθη και τα έθιμα της, τα πανεπιστήμια του λειτουργούν κυρίως με ακαδημαϊκούς προερχόμενους από την ομάδα αυτή, και ο όλος χαρακτήρας του κράτους φιλτράρεται μέσα από την ιστοριογραφία της πλειοψηφίας. Δηλαδή, θέλοντας ή μη, το κράτος προωθεί τις ταυτότητες της πλειοψηφίας. Με άλλα λόγια, σπονσάρει την επιβίωση της δεσπόζουσας εθνικής ομάδας.

Η μειοψηφίες που δεν απολαμβάνουν την προώθηση των ταυτοτήτων τους από το κράτος, σταδιακά αφομοιόνονται. Αφομοίωση συμβαίνει όταν μια κουλτούρα ταυτίζεται με τις ταυτότητες μιας άλλης ομάδας, χάνοντας σταδιακά τις δικές της.

Αυτό που συνέβηκε στη Κυπριακή Μαρωνιτική Αραβική γλώσσα είναι κλασσικό παράδειγμα, αποτέλεσμα της αφομοιοτικής πολιτικής που επιδιώχθηκε από την Κυπριακή Δημοκρατία από το 60 και εντεύθεν. Η γλώσσα αυτή αγνοήθηκε από προηγούμενους προέδρους ως μια διάλεκτος των Αραβικών που ομιλήται από μερικούς ηλικιωμένους στα Μαρωνιτικά χωριά, για τη διατήρηση και την εκμάθηση της οποίας δεν άξιζε να επενδυθούν λεφτά. Η γλώσσα αυτή, αναπόσπαστο κομμάτι της ταυτότητας της κοινότητας, αφέθηκε στον σταδιακό αφανισμό της, εωσότου ήρθε η UNESCΟ η οποία ανάγκασε την Κυπριακή Δημοκρατία να πάρει μέτρα προς τη διατήρηση της.

Κάτι παρόμοιο συμβαίνει και με την ιστορία της κοινότητας, η οποία απολαμβάνει ελάχιστου χώρου στα ιστορικά βιβλία και ελάχιστου χρόνου διδασκαλίας, φιλτράροντας την μάλιστα μέσω της ιστοριογραφίας των Ελληνοκυπρίων. Για τη διδασκαλία της ιστορίας των μειονοτήτων της Κύπρου έχει γράψει εκτενώς ο ιστορικός Αντρίκος Βαρνάβα, του οποίου τη δουλειά όποιος ενδιαφέρεται μπορεί να βρεί στο διαδίκτυο.

Έχουμε δηλαδή το δεύτερο κρατούμενο. Ότι οι ταυτότητες της πλειοψηφίας συντηρούνται από το κράτος και ότι χωρίς ειδική μεταχείρηση, η αφομοίωση των μειονοτήτων οδηγεί στον σταδιακό αφανισμό τους.

Προχωράμε τώρα στην ουσία της συζήτησης: τι εννοούμε ειδική μεταχείρηση.

Ειδική μεταχείρηση είναι η μεταχείρηση αυτή που θα επιτρέψει στην Μαρωνιτική κοινότητα να αποκτήσει έλεγχο πάνω στη γη της, δικαίωμα ψήφου στη βουλή για θέματα που αφορούν αποκλειστικά την κοινότητα, δικαίωμα στη διδασκαλία της γλώσσας και τη διδασκαλία της ιστορίας της, καθώς και δικαίωμα στη λειτουργία των εκκλησιών της και στην άσκηση των θρησκευτικών δικαιωμάτων των μελών της.

Για να διεκδικηθούν αυτά τα δικαιώματα δεν αρκεί η καλή θέληση ούτε της Μαρωνιτικής κοινότητας ούτε  και των δυο πλευρών Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων. Χρειάζεται αφενώς η αναγνώριση της κοινότητας ως ισότιμη εθνική κοινότητα ταυτόσημη με τους Ελληνοκύπριους και τους Τουρκοκύπριους, και αφετέρου η αναγνώριση της ιστορικής αδικίας που αυτή έχει υποστεί κατά τη δημιουργία του συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Είναι μόνο βάση της αναγνώρισης της κοινότητας ως εθνική κοινότητα της Κύπρου που θα μπορέσει η ηγεσία της να διεκδικήσει τα προαναφερθέντα δικαιώματα. Η διεκδίκηση αυτών μπορεί να γίνει στα πλαίσια της ίσης μεταχείρισης των μελών της κάθε κοινότητας. Αν δηλαδή οι κοινότητες είναι ταυτόσημες ως προς τον χαρακτήρα τους, και δεδομένου ότι τα παιδιά των Ελληνοκυπρίων και των Τουρκοκυπρίων θα διδάσκονται την ιστορία και τη γλώσσα των κοινοτήτων τους στα κρατικά σχολεία, τότε στα πλαίσια της ίσης μεταχείρισης θα πρέπει να δικαιούται και η Μαρωνιτική κοινότητα να διεκδικήσει αντίστοιχα δικαιώματα.

Με άλλα λόγια τα δικαιώματα των Μαρωνιτών θα μπορούν να διεκδικηθούν μόνο μέσω της ρητής συνταγματικής αναγνώρισης της κουλτούρας τους ως ισότιμης των Ελληνοκυπρίων και των Τουρκοκυπρίων, στα πλαίσια του επιχειρήματος της ίσης μεταχείρισης των μελών της. Ελλείψει αυτού, η διατήρηση του υποτελούς χαρακτηρισμού της κοινότητας ως θρησκευτική ομάδα ή θρησκευτική μειονότητα, δε θα νομιμοποιεί το κράτος να προβεί σε οποιαδήποτε ειδική μεταχείριση πέραν της θρησκευτικής διάστασης, η οποία είναι ήδη λίγο-πολύ διασφαλισμένη.

Η δεύτερη διεκδίκηση, η αναγνώριση δηλαδή της ιστορικής αδικίας που έχει υποστεί η Μαρωνιτική κοινότητα, τίθεται ως εναλλακτική της πρώτης στρατηγικής, εκείνης της συνταγματικής αναγνώρισης. Αν, δηλαδή, για λόγους πέραν του ελέγχου της κοινότητας η συνταγματική της αναγνώριση δεν καταστεί δυνατή, τότε κάποιες από τις προαναφερθείσες διεκδικήσεις μπορούν να προβληθούν στα πλαίσια πολιτικών που έχουν στόχο την απάλυνση των αρνητικών συνεπειών της ιστορικής αδικίας που έχει υποστεί η κοινότητα. Στη γραμματεία της πολυπολιτισμικότητας αυτό ονομάζεται compensations for historical injustice.

Έχουμε δηλαδή το τρίτο κρατούμενο. Ότι για να διεκδικηθούν τα αυτονόητα δικαιώματα της κοινότητας χρειάζεται η συνταγματική της αναγνώριση, πάνω στην οποία θα βασιστούν οι διεκδικήσεις στα πλαίσια της ισότητας των μελών των εθνικών μειονοτήτων. Παράλληλα, πρέπει να επιδιωχθεί και η επιβεβαίωση της ιστορικής αδικίας που υπέστησαν οι Μαρωνίτες ως εναλλακτική πηγή διεκδίκησης των προαναφερθέντων δικαιωμάτων.

Προχωράμε τώρα στη συγκεκριμενοποίηση των διεκδικήσεων για να δούμε κατά πόσο αυτές είναι εφικτές. Η διεκδίκηση της συνταγματικής αναγνώρισης της Μαρωνιτικής κοινότητας δε σημαίνει την ταυτόσημη μεταχείρισή της με τις δυο εθνικές ομάδες. Με άλλα λόγια δεν πρέπει να περάσει η εντύπωση ότι αυτό που διεκδικεί η κοινότητα είναι ένα μοντέλο τριζωνικής τρικοινωτικής ομοσπονδίας.

Δεδομένης λοιπον της λεπτής θέσης της κοινότητας, πρέπει να υπάρξει προσοχή ούτως ώστε οι διεκδικήσεις της να μην ερμηνευτούν ως τροχοπέδη στις συνομιλίες. Γι’ αυτό μια από τις διεκδικήσεις της κοινότητας θα μπορούσε να ήταν όπως αυτή παραμείνει μέρος της Ε/Κ κοινότητας, αλλά υπό ένα ειδικό καθεστώς που θα της διασφαλίζει πρόσβαση στα δικαιώματα που αναφέρθηκαν πιο πάνω.

Στα πλαίσια αυτού του ειδικού καθεστώτος η κοινότητα μπορεί να ζητήσει τη συμπλεγματοποίηση των Μαρωνίτικων χωριών, όπου όλοι οι Μαρωνίτες θα μπορούν να εκλέγουν από κοινού την ηγεσία τους. Εναλλακτικά, και δεδομένου ότι δεν έχουμε γνώση του εδαφικού διακανονισμού, μπορεί να ζητηθεί όπως τα Μαρωνίτικα χωριά τεθούν υπό ομοσπονδιακή διοίκηση.

Η συμπλεγματοποίηση των χωριών είναι σημαντική ούτως ώστε να προωθηθεί η κοινότητα ως ενιαία και να μπορέσει να γίνει κεντρικός σχεδιασμός σχετικά με τις επιδιώκομενες πολιτικές και τον τρόπο όπως αυτές μπορούν να εφαρμοστούν.

Στα πλαίσια της συμπλεγματοποίησης θα πρέπει να αποσαφηνιστούν οι αρμοδιότητες που θα έχει η κοινότητα σε σχέση πάντα με τις δυνατότητές της — κυρίως τις οικονομικές και τις διαχειριστικές. Για να γίνει όμως αυτό χρειάζεται διαβούλευση μεταξύ των μελών της κοινότητας καθώς και η βεβαιότητα ότι η επιδιωκόμενης οδός εκφράζει την κοινή βούληση της πλειοψηφίας των Μαρωνιτών.

Δυστυχώς η ευτυχώς η κοινότητα βρίσκεται σε ένα ιστορικό σταυροδρόμι που θα καθορίσει το μέλλον της. Η απόφαση δεν μπορεί να αναβληθεί ούτε και θα μπορεί να αναστραφεί εκ των υστέρων. Οι επιλογές είναι δυο: η σταδιακή συνέχιση της αφομοίωσης που λαμβάνει χώρα, ή η διεκδίκηση δικαιωμάτων και πόρων για ένα καθεστώς μερικής αυτονομίας που θα επιτρέψει τη διατήρηση, την προώθηση και την εξέλιξη των ταυτοτήτων της κοινότητας.

Πριν ολοκληρώσω θέλω να τονίσω ότι η θέση στην οποία βρίσκεται η Μαρωνιτική κοινότητα δεν αποτελεί παγκόσμια πρωτοτυπία όπως αρεσκόμαστε να λέμε στην Κύπρο. Είναι παγκόσμιο φαινόμενοι οι ιστορικές εθνικές μειονότητες να διεκδικούν ειδική μεταχείρηση — στα αγγλικά αυτό ονομάζεται group differentiated rights for national minorities.

Αντιλαμβάνομαι ότι οι ανησυχίες είναι πολλές και εύλογες. Όμως το δεδομένο παραμένει: με την πρόταση αυτή η κοινότητα δεν ζητά τίποτε περισσότερο απ’ ότι διασφαλίζουν διεθνείς συνθήκες — δηλαδή, την ισότιμη μεταχείρηση των μελών της και το δικαίωμα τους στην επιβίωση της κουλτούρας τους.

[*] Εθνικές και εθνοτικές μειονότητες είναι όροι που χρησιμοποιώ εναλλάξ αναφερόμενος σε “national minorities”.