Κυπριακό για γερά νεύρα

Οι επόμενοι μήνες απαιτούν υπομονή, πολιτική διαύγεια και κριτική διάθεση. Πρέπει να αποφύγουμε από τη μια το στείρο απορριπτισμό και από την άλλη την παραχώρηση λευκής επιταγής στους συνομιλητές της πλευράς μας.

Παρόλα αυτά, καλό είναι να ξεκαθαρίσουμε μέσα μας ότι ο Νίκος Αναστασιάδης διαπραγματεύεται εκ μέρους όλων μας. Ιδεολογικοί αντίπαλοι και μη οφείλουμε να κάνουμε υπομονή και να αξιολογήσουμε την κατάληξη της προσπάθειάς του. Η υπονόμευση της διαδικασίας δε βοηθά κανένα, αντιθέτως μας φέρνει ένα βήμα πιο κοντά στη διχοτόμηση ως συνέπεια της διαιώνισης της υφιστάμενης κατάστασης που κάθε άλλο παρά παγιωμένη είναι.

Πολλά ακούγονται ήδη. Από τη μια οι οπαδοί του συρματοπλέγματος, των οποίων οι πολιτικές καριέρες εξαρτώνται από το κυπριακό, ξεκίνησαν καμπάνια απόρριψης του όποιου σχεδίου. Από την άλλη οι χειροκροτητές του προεδρικού περιμένουν να αποδεχθούμε πανηγυρικά ότι έρθει, έτοιμοι να στολίσουν με επίθετα τους διαφωνούντες.

Ούτε λευκή επιταγή, ούτε χειροκροτήματα, ούτε εκ προοιμίου απόρριψη της κάθε πιθανής λύσης. Φιλτράρισμα της πληροφορίας που θα ρέει, κριτική σκέψη και εποικοδομητική διάθεση.

Προκαλεί όμως εύλογη απορία πως γίνεται, ενώ θεωρητικά οδηγούμαστε σε λύση, η κυβέρνηση να αμελεί να προετοιμάσει τους πολίτες για το επικείμενο σχέδιο λύσης. Η κυβέρνηση φαίνεται να διστάζει να εμπλακεί δυναμικά στο δημόσιο διάλογο, αφήνοντας έτσι τη δημόσια σφαίρα στο έλεος πολιτικών με αλλότρια συμφέροντα. Του λόγου το αληθές οι πληρωμένες πολιτικές διαφημίσεις που έκαναν πρόσφατα την εμφάνιση τους, προδίδοντας την επιθυμία του πολιτικού που τις μίσθωσε να γίνει πρόεδρος μιας ελληνοκυπριακής δημοκρατίας.

Τι περιμένει δηλαδή ή κυβέρνηση; Σε περίπτωση που υπάρχει συμφωνία θα έχουμε, ως πολίτες, μερικούς μήνες, στην καλύτερη, να αποφασίσουμε αν μπορούμε να ζήσουμε ή όχι με το ό,ποιο σχέδιο θα τεθεί προς δημοψήφισμα. Οι μήνες εκείνοι θα είναι χαοτικοί. Και ως γνωστόν, όπου κυριαρχεί το χάος πρυτανεύει το συναίσθημα εις βάρος της λογικής. Γι’ αυτό χρειάζεται προεργασία. Παραδόξως όμως αυτό διόλου φαίνεται να απασχολεί την κυβέρνηση.

Το χθεσινό κοινό ανακοινωθέν, ή όπως τελοσπάντων παρουσιάζεται το έγγραφο που δημοσιεύτηκε χθες, όπου οι δυο ηγέτες μας λένε ότι ακόμα βρίσκονται σε επίπεδο brainstorming στις πιο σημαντικές πτυχές του Κυπριακού παρόλο που αυτές εκκρεμούν εδώ και μισό αιώνα, αφήνει κάποιες ελπίδες. Ο τόνος του εγγράφου είναι τέτοιος που προσδίδει ότι έχει υπάρξει κάποια πρόοδος, αλλά όχι όση άφηνε να εννοηθεί μέχρι πρότινος το προεδρικό. Επίσης, φαίνεται ότι δε βρισκόμαστε προ αδιεξόδου, ότι υπάρχει καλή θέληση και ότι θα μάθουμε κάτι ουσιαστικό μετά τη συνάντηση της Νέας Υόρκης.

Καλή η όποια πρόοδος στις συνομιλίες, όμως παράλληλα απαιτείται η προετοιμασία του εδάφους, να τεθούν δηλαδή οι βάσεις για μια υγιή συζήτηση γύρω από τις πρόνοιες του επερχόμενου σχεδίου, αποφεύγοντας τη δημιουργία κλίματος φόβου και περιρρέουσας ατμόσφαιρας. Αλλιώς πάμε για ακόμα ένα βατερλό που θα οφείλεται όχι απαραίτητα στην πολιτική μας κρίση, όχι δηλαδή στην πεποίθηση ότι το σχέδιο δεν είναι στα μέτρα μας ή ότι απαιτεί συμβιβασμούς που δεν είμαστε διατεθειμένοι να κάνουμε, αλλά επειδή αφεθήκαμε ως πολίτες στο έλεος των καριεριστών του κυπριακού που πλέον μονοπωλούν το δημόσιο λόγο.

Indestructible

How a common injury triggered existential concerns

I went to the doctor with E. I used to make fun of my parents who went to these things together, but here I am, sitting in front of a doctor, the universal secular authority figure, telling him about the increased pain in my lower back.

He examined me. “You most likely have some sort of dicopathy, a problem with one of your lower discs,” he said. “As you are young and fit, it might be a good idea to have an MRI in order to decipher what exactly is causing your pain.”

A week later, the MRI results were in, and my phone rang. It was the doctor. “You have discopathy at L5 S1. A surgery is not necessary but you will need physiotherapy. Give me a fax number to send you details”. I asked him a few questions — how long will the recovery take, is it serious, can I exercise? — and then hanged up. It was all too confusing. “I’m only bloody thirty, what the fuck?”, was my initial though, which I unfortunately vocalised at my workplace.

I turned thirty a bit over a month ago. The news about the discopathy came on top of increasing concerns about time passing by. I have suddenly grown all too aware of the wrinkles shaping on the faces of my loved ones and myself. Any encounter I have with mirrors is overshadowed by the possibility of an unwelcome surprise.

Until recently I didn’t care much. I have maintained the same perspective towards life (and therefore death) for some years now: that we should try to make the most of what we have, to impose as less pain on others as possible, and to try to make a difference to one person’s life at a time. By my scale, a life worth living is devoid of high expectations, though such are of course not discouraged, and indeed occasionally achieved. The point was to manage expectations in order to cruise life smoothly and generate feelings of felicity from simple, everyday pleasures. A zen-like existence, which makes me fare well in high stress situations and seem pig headed in normal, domestic contexts.

Looking a bit deeper, it becomes obvious that my careless outlook has been based on the performance of my body, owning to the fact that it was only in my mid-twenties that I started taking good care of myself. It was then that my body started performing well. From there onwards, I felt stronger and stronger. Indestructible. Up until a few days ago.

I still have trouble fathoming how my body gave up on me in such a way. Is this it from now onwards? It can’t be, though the wrinkles and my decreased ability to metabolise alcohol indicate otherwise. Will I recover fully? And if I do, will I ever feel as comfortable with my body as I did a week ago? Maybe I will feel like someone who got robbed and is always afraid of it happening again, always vigilant for perspective violators. I hope not.

It is not that I lost perspective. I know that, in the grand scheme of things, this is not a big deal. But I have been committing a hubris, which I only now realise. I was not acknowledging the passage of time.

Would I like to turn back? Most definitely not. Intellectually, I feel that I am very much living through my prime years, and that my best years maybe ahead. In the past couple of decades I made loads of mistakes, got disappointed with myself and others, celebrated successes and swallowed failures, and somehow managed to survive only to become stronger and more aware of my abilities and limitations. I wouldn’t trade that for the world. But I am concerned. I don’t know how to process the effects of this pretty mundane injury. Writing this helped a bit.

Making sense of #brexit resignations

Making sense of #brexit resignations

The political landscape in post-#brexit U.K. reminds of the creation and subsequent destruction of Buddhist sand paintings, known as sand mandalas. This is the process whereby coloured sand is strategically placed on a surface through an extremely laborious and time-consuming process in order to create a lovely and detailed sand painting, only to be ritualistically dismantled soon after completion.

Like the sand mandala takes weeks of round-the-clock work to create only to be destroyed in mere minutes, the U.K. is experiencing a rapid dismantling of its political and social order, which was moulded over decades of cooperation within institutions such as the E.U. A multiculturally-oriented Britain is rapidly transformed into an inhospitable place, with political campaigns reminiscent of Nazi propaganda and with a spike in racially-motivated attacks.

The primary actors in the farce that turned reality, Boris Johnson and Nigel Farage, are now gone. Johnson is not running for the leadership of the Tories, which would make him the next P.M., and Farage has resigned from U.K.I.P. earlier today.

It doesn’t take a political mastermind to interpret Boris’ decision: his bet has not paid off and he decided to cut his losses. His bet was simple and effective. He was to lead a dignified Leave campaign which would raise his profile and lacking gravitas. That would eventually come handy upon Cameron’s completion of his turn in office. Boris would rise as a patriotic candidate, the only one able to reach beyond the electoral base of the Conservatives, and would rule the day.

Unfortunately for Boris, his side won, and his plan failed. He then had two options: either to call it quits or to run for office. Had he decided to run for the leadership of the Tories, he would find himself in N.10 far sooner than expected. He would be the Prime Minister to preside over the U.K.’s exit from the E.U., and, quite likely, over the dismantling of the United Kingdom. Clearly an outcome not fitting Boris’ grandiose vision of himself in leadership.

Farage resignation is more difficult to interpret. For one, and contrary to popular expectation, he has not been the main pillar of the Leave campaign, and not for lack of trying. He was deliberately sidelined by more (self-professed) liberal conservatives who tried to articulate a not-so-racist argument for Leave. Nevertheless, the Leave vote has been a clear victory for him. Whatever the case, the next few months will be difficult for whoever is in charge of managing the logistics of brexit. What was project fear is now turning into reality, with the U.K. taking a serious financial and political hit in the aftermath of the referendum.

In this climate, Farage’s resignation makes perfect sense. He will not be part neither of the group that will negotiate the divorce with the E.U., nor of the group that will attempt to contain the adverse financial effects of brexit. What’s more, he will not be held immediately accountable for the false promises of the Leave campaign whose main assertion was that immigration will fall upon leaving the European Union. Farage staying on the outside, means that he will eventually be able (a) to attack the Tory negotiators and (b) keep blaming immigrants, thus maintaining his modus operandi and the reason for his political existence. He is not gone for good, he is only avoiding the consequences of his actions .

The rest of us and #brexit

The UK was never a hospitable place for “foreigners”. Not outside London and university campuses, at least.

Nonetheless, I care about the place and its people, I have an attachment to it, having lived there for nearly a decade. The referendum results are devastating. Racism, nationalism and xenophobia prevailed.

My heart goes out to my many friends who work in the UK and help make it one of the world’s stronger economies. The British people have spoken. They very clearly sent the message that you’re unwelcome to *their* country. And this is so very sad.

However, it’s time for the rest of us to show moral superiority. British people must and will remain welcome to our countries all across Europe. We need to be better than them, to contain the racism and scaremongering that dominated British politics and drove the Leave vote.

Is being a hypocrite so bad?

Is being a hypocrite so bad?

Recently in the UK a conservative peer of the House of Lords was caught by the Sun, using an illegally installed hidden camera, snorting cocaine from the breasts of a sex-worker. Notwithstanding the illegality of using a class A drug, the accusation that was levelled against the married Lord was that of “staggering hypocrisy.” He was, after all, head of the Lords standards watchdog, the body responsible for judging peers who misbehave.

On first instance, the Lord is surely a hypocrite. However, we should not have acquired knowledge of his immoral behaviour. After all, whatever one does in the privacy of their own home is really none of our business. But now we know, and we judge. For better or worse, his indiscretions are now a matter of public record, and the public should not be asked to suspend judgement on the grounds of the public vs. private distinction or because of the way the information was procured.

The question then is not whether we have a right to judge, subject to the immoral and illegal ways by which the information was acquired, but rather whether the fact that someone is a hypocrite should immediately generate a negative judgement on our behalf. Can one be praised for being a hypocrite?
(more…)

Τα δικαιώματα των Μαρωνιτών στην επανενωμένη Κύπρο

Τα δικαιώματα των Μαρωνιτών στην επανενωμένη Κύπρο

Σήμερα θα σας μιλήσω για αυτά που θεωρώ ότι πρέπει να διεκδικήσει η Μαρωνιτική κοινότητα στα πλαίσια των διαπραγματεύσεων για τη λύση του κυπριακού προβλήματος.

Δε θα μπω στις λεπτομέρειες των διεκδικήσεων, αλλά στις βάσεις αρχής πάνω στις οποίες οι διεκδικήσεις αυτές πρέπει να τεθούν.

Ας αρχίσουμε πρώτα με μια καταγραφή των πραγματικοτήτων στην Κύπρο. Στην Κύπρο έχουμε δυο κύριες εθνοτικές ομάδες[*], τους Ελληνοκύπριους και τους Τουρκοκύπριους. Οι δυο αυτές εξέχουσες ομάδες, έχουν ιστορική παρουσία στο νησί, δική τους γλώσσα, ήθη, έθιμα και θρησκεία.

Βάση του συντάγματος του 1960 τα πολιτικά δικαιώματα των πολιτών της κυπριακής δημοκρατίας απορρέουν μέσα από τη συμμετοχή σε μια από τις δυο μεγάλες εθνοτικές ομάδες. Αυτό είναι που ονομάζουμε τον δικοινοτικό χαρακτήρα του συντάγματος του 1960.

Πιστεύω ότι η εν λόγω έμφαση στον δικοινοτισμό επηρρεάζει αρνητικά τις προοπτικές επιβίωσης εκείνων των ιστορικών κοινοτήτων της Κύπρου, όπως τη Μαρωντική, οι οποίες διαφέρουν από τις δυο δεσπόζουσες και συνταγματικά εξέχουσες εθνοτικές ομάδες.

Πως, με άλλα λόγια, χωρίς συγκεκριμένες διεκδικήσεις, η Μαρωνιτική κοινοτητα απειλείται με αφανισμό μέσω της αφομοίωσης της στην Ε/Κ εθνική ομάδα.

Για να γίνει αυτή η συζήτηση, χρειάζεται να γυρίσουμε πίσω στο έτος 1959 για να δούμε πως η Μαρωνίτικη κοινότητα υποβαθμίστηκε σε θρησκευτική ομάδα, και πως η κατηγοριοποίηση αυτή, η οποία μάλιστα εδραιώθηκε στο σύνταγμα του 1960, υποβίβασε την κοινότητα και τις πολιτικές διεκδικήσεις που αυτή δικαιούται να κάνει.

Το 1959 οι μειονότητες της Κύπρου καλέστηκαν να αποφασίσουν κατά πόσο θα ασπάζονταν την εθνική ταυτότητα της μιας ή της άλλης δεσπόζουσας εθνικής ομάδας. Δόθηκε δηλαδή μια περίοδος μερικών μηνών στους Μαρωνίτες, τους Αρμένιους και τους Λατίνους για να αποφασίσουν κατά πόσο είναι Έλληνες ή Τούρκοι. Άλλες ομάδες με ιστορική παρουσία στο νησί, όπως οι Ρωμά της Κύπρου, δεν ερωτήθηκαν καν.

Το δίλημμα αυτό, εκ προϊμίου προϋποθέτει ότι κοινότητες όπως η Μαρωνιτική, δεν έχουν δικό τους εθνικό χαρακτήρα, και ότι εκ των πραγμάτων είναι κατώτερες συνταγματικά από τις δυο δεσπόζουσες ομάδες, μέσω των οποίων παρέχεται πρόσβαση σε πολιτικά δικαιώματα.

Η ταυτότητα που επεβλήθηκε στις εν λόγω μειοψηφούσες κουλτούρες της Κύπρου ήταν αυτή της θρησκευτικής ομάδας. Δηλαδή η ολότητα και ο χαρακτήρας των ομάδων αυτών αγνοήθηκε, περιορίζοντας την ιδιαιτερότητα τους στο διαφορετικό της θρησκείας τους.

Ναι μεν υπάρχουν οι θρησκευτικές διαφορές, δηλαδή η Ε/Κ κοινότητα είναι στην πλειοψηφία της ορθόδοξη και η Μαρωνιτική στην πλειοψηφία της καθολική, αυτό όμως δε σημαίνει ότι οι διαφορές τελειώνουν εκεί.

Άλλωστε, η Μαρωνιτική κοινότητα έχει αιώνες δικής της ιστορίας και παρουσίας στο νησί, όπως και οι Ελληνοκύπριοι, έχει ήθη και έθιμα συγκεκριμένα στην κοινότητα, όπως δηλαδή και οι Ελληνοκύπριοι, έχει δική της γλώσσα μάλιστα αναγνωρισμένη από την UNESCO ως παγκόσμια κληρονομιά συγκεκριμένη στην Μαρωνιτική κοινότητα της Κύπρου, και διατηρεί πολιτιστικούς συνδέσμους με τον Λίβανο, όπως δηλαδή αντίστοιχα πράττει και η Ελληνοκυπριακή κοινότητα με την Ελλάδα.

Δεδομένου λοιπόν του παρόμοιου χαρακτήρα των δυο κοινοτήτων, η συνταγματική ανωτερότητα των Ε/Κ δεν μπορεί να δικαιολογηθεί.

Έχουμε δηλαδή το πρώτο κρατούμενο. Ότι οι Μαρωνίτες έχουν αδικηθεί βαση του συντάγματος του 1960 και ότι δεν διαφέρουν ως προς τον χαρακτήρα της κοινότητας τους από τις δυο δεσπόζουσες συνταγματικά εθνικές ομάδες.

Προχωράμε τώρα στο πιο θεωρητικό κομμάτι, για να κατανοήσουμε τους κινδύνους που ελλοχεύουν με τη συνέχιση της υποτελούς αναγνώρισης των Μαρωνιτών. Γιατί, με άλλα λόγια, μειονότητες, χρειάζονται ειδική μεταχείρηση ούτως ώστε να μπορέσει η κουλτούρα τους να επιβιώσει και να μην πέσει θύμα αφομοίωσης από την πλειοψηφούσα κοινοτητα.

Για να γίνει αυτή η συζήτηση, πρέπει να αναλογιστούμε τον ρόλο που διαδραματίζει το κράτος στη διατήρηση και την επιβίωση των εθνικών ταυτοτήτων. Παρόλο που θεωρητικά το κράτος είναι ουδέτερο, στην ουσία του προασπίζει και συντηρεί τις ταυτότητες της δεσπόζουσας εθνικής ομάδας. Λειτουργεί στη γλώσσα της ομάδας αυτής, τα σχολεία του διδάσκουν την ιστορία, τα ήθη και τα έθιμα της, τα πανεπιστήμια του λειτουργούν κυρίως με ακαδημαϊκούς προερχόμενους από την ομάδα αυτή, και ο όλος χαρακτήρας του κράτους φιλτράρεται μέσα από την ιστοριογραφία της πλειοψηφίας. Δηλαδή, θέλοντας ή μη, το κράτος προωθεί τις ταυτότητες της πλειοψηφίας. Με άλλα λόγια, σπονσάρει την επιβίωση της δεσπόζουσας εθνικής ομάδας.

Η μειοψηφίες που δεν απολαμβάνουν την προώθηση των ταυτοτήτων τους από το κράτος, σταδιακά αφομοιόνονται. Αφομοίωση συμβαίνει όταν μια κουλτούρα ταυτίζεται με τις ταυτότητες μιας άλλης ομάδας, χάνοντας σταδιακά τις δικές της.

Αυτό που συνέβηκε στη Κυπριακή Μαρωνιτική Αραβική γλώσσα είναι κλασσικό παράδειγμα, αποτέλεσμα της αφομοιοτικής πολιτικής που επιδιώχθηκε από την Κυπριακή Δημοκρατία από το 60 και εντεύθεν. Η γλώσσα αυτή αγνοήθηκε από προηγούμενους προέδρους ως μια διάλεκτος των Αραβικών που ομιλήται από μερικούς ηλικιωμένους στα Μαρωνιτικά χωριά, για τη διατήρηση και την εκμάθηση της οποίας δεν άξιζε να επενδυθούν λεφτά. Η γλώσσα αυτή, αναπόσπαστο κομμάτι της ταυτότητας της κοινότητας, αφέθηκε στον σταδιακό αφανισμό της, εωσότου ήρθε η UNESCΟ η οποία ανάγκασε την Κυπριακή Δημοκρατία να πάρει μέτρα προς τη διατήρηση της.

Κάτι παρόμοιο συμβαίνει και με την ιστορία της κοινότητας, η οποία απολαμβάνει ελάχιστου χώρου στα ιστορικά βιβλία και ελάχιστου χρόνου διδασκαλίας, φιλτράροντας την μάλιστα μέσω της ιστοριογραφίας των Ελληνοκυπρίων. Για τη διδασκαλία της ιστορίας των μειονοτήτων της Κύπρου έχει γράψει εκτενώς ο ιστορικός Αντρίκος Βαρνάβα, του οποίου τη δουλειά όποιος ενδιαφέρεται μπορεί να βρεί στο διαδίκτυο.

Έχουμε δηλαδή το δεύτερο κρατούμενο. Ότι οι ταυτότητες της πλειοψηφίας συντηρούνται από το κράτος και ότι χωρίς ειδική μεταχείρηση, η αφομοίωση των μειονοτήτων οδηγεί στον σταδιακό αφανισμό τους.

Προχωράμε τώρα στην ουσία της συζήτησης: τι εννοούμε ειδική μεταχείρηση.

Ειδική μεταχείρηση είναι η μεταχείρηση αυτή που θα επιτρέψει στην Μαρωνιτική κοινότητα να αποκτήσει έλεγχο πάνω στη γη της, δικαίωμα ψήφου στη βουλή για θέματα που αφορούν αποκλειστικά την κοινότητα, δικαίωμα στη διδασκαλία της γλώσσας και τη διδασκαλία της ιστορίας της, καθώς και δικαίωμα στη λειτουργία των εκκλησιών της και στην άσκηση των θρησκευτικών δικαιωμάτων των μελών της.

Για να διεκδικηθούν αυτά τα δικαιώματα δεν αρκεί η καλή θέληση ούτε της Μαρωνιτικής κοινότητας ούτε  και των δυο πλευρών Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων. Χρειάζεται αφενώς η αναγνώριση της κοινότητας ως ισότιμη εθνική κοινότητα ταυτόσημη με τους Ελληνοκύπριους και τους Τουρκοκύπριους, και αφετέρου η αναγνώριση της ιστορικής αδικίας που αυτή έχει υποστεί κατά τη δημιουργία του συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Είναι μόνο βάση της αναγνώρισης της κοινότητας ως εθνική κοινότητα της Κύπρου που θα μπορέσει η ηγεσία της να διεκδικήσει τα προαναφερθέντα δικαιώματα. Η διεκδίκηση αυτών μπορεί να γίνει στα πλαίσια της ίσης μεταχείρισης των μελών της κάθε κοινότητας. Αν δηλαδή οι κοινότητες είναι ταυτόσημες ως προς τον χαρακτήρα τους, και δεδομένου ότι τα παιδιά των Ελληνοκυπρίων και των Τουρκοκυπρίων θα διδάσκονται την ιστορία και τη γλώσσα των κοινοτήτων τους στα κρατικά σχολεία, τότε στα πλαίσια της ίσης μεταχείρισης θα πρέπει να δικαιούται και η Μαρωνιτική κοινότητα να διεκδικήσει αντίστοιχα δικαιώματα.

Με άλλα λόγια τα δικαιώματα των Μαρωνιτών θα μπορούν να διεκδικηθούν μόνο μέσω της ρητής συνταγματικής αναγνώρισης της κουλτούρας τους ως ισότιμης των Ελληνοκυπρίων και των Τουρκοκυπρίων, στα πλαίσια του επιχειρήματος της ίσης μεταχείρισης των μελών της. Ελλείψει αυτού, η διατήρηση του υποτελούς χαρακτηρισμού της κοινότητας ως θρησκευτική ομάδα ή θρησκευτική μειονότητα, δε θα νομιμοποιεί το κράτος να προβεί σε οποιαδήποτε ειδική μεταχείριση πέραν της θρησκευτικής διάστασης, η οποία είναι ήδη λίγο-πολύ διασφαλισμένη.

Η δεύτερη διεκδίκηση, η αναγνώριση δηλαδή της ιστορικής αδικίας που έχει υποστεί η Μαρωνιτική κοινότητα, τίθεται ως εναλλακτική της πρώτης στρατηγικής, εκείνης της συνταγματικής αναγνώρισης. Αν, δηλαδή, για λόγους πέραν του ελέγχου της κοινότητας η συνταγματική της αναγνώριση δεν καταστεί δυνατή, τότε κάποιες από τις προαναφερθείσες διεκδικήσεις μπορούν να προβληθούν στα πλαίσια πολιτικών που έχουν στόχο την απάλυνση των αρνητικών συνεπειών της ιστορικής αδικίας που έχει υποστεί η κοινότητα. Στη γραμματεία της πολυπολιτισμικότητας αυτό ονομάζεται compensations for historical injustice.

Έχουμε δηλαδή το τρίτο κρατούμενο. Ότι για να διεκδικηθούν τα αυτονόητα δικαιώματα της κοινότητας χρειάζεται η συνταγματική της αναγνώριση, πάνω στην οποία θα βασιστούν οι διεκδικήσεις στα πλαίσια της ισότητας των μελών των εθνικών μειονοτήτων. Παράλληλα, πρέπει να επιδιωχθεί και η επιβεβαίωση της ιστορικής αδικίας που υπέστησαν οι Μαρωνίτες ως εναλλακτική πηγή διεκδίκησης των προαναφερθέντων δικαιωμάτων.

Προχωράμε τώρα στη συγκεκριμενοποίηση των διεκδικήσεων για να δούμε κατά πόσο αυτές είναι εφικτές. Η διεκδίκηση της συνταγματικής αναγνώρισης της Μαρωνιτικής κοινότητας δε σημαίνει την ταυτόσημη μεταχείρισή της με τις δυο εθνικές ομάδες. Με άλλα λόγια δεν πρέπει να περάσει η εντύπωση ότι αυτό που διεκδικεί η κοινότητα είναι ένα μοντέλο τριζωνικής τρικοινωτικής ομοσπονδίας.

Δεδομένης λοιπον της λεπτής θέσης της κοινότητας, πρέπει να υπάρξει προσοχή ούτως ώστε οι διεκδικήσεις της να μην ερμηνευτούν ως τροχοπέδη στις συνομιλίες. Γι’ αυτό μια από τις διεκδικήσεις της κοινότητας θα μπορούσε να ήταν όπως αυτή παραμείνει μέρος της Ε/Κ κοινότητας, αλλά υπό ένα ειδικό καθεστώς που θα της διασφαλίζει πρόσβαση στα δικαιώματα που αναφέρθηκαν πιο πάνω.

Στα πλαίσια αυτού του ειδικού καθεστώτος η κοινότητα μπορεί να ζητήσει τη συμπλεγματοποίηση των Μαρωνίτικων χωριών, όπου όλοι οι Μαρωνίτες θα μπορούν να εκλέγουν από κοινού την ηγεσία τους. Εναλλακτικά, και δεδομένου ότι δεν έχουμε γνώση του εδαφικού διακανονισμού, μπορεί να ζητηθεί όπως τα Μαρωνίτικα χωριά τεθούν υπό ομοσπονδιακή διοίκηση.

Η συμπλεγματοποίηση των χωριών είναι σημαντική ούτως ώστε να προωθηθεί η κοινότητα ως ενιαία και να μπορέσει να γίνει κεντρικός σχεδιασμός σχετικά με τις επιδιώκομενες πολιτικές και τον τρόπο όπως αυτές μπορούν να εφαρμοστούν.

Στα πλαίσια της συμπλεγματοποίησης θα πρέπει να αποσαφηνιστούν οι αρμοδιότητες που θα έχει η κοινότητα σε σχέση πάντα με τις δυνατότητές της — κυρίως τις οικονομικές και τις διαχειριστικές. Για να γίνει όμως αυτό χρειάζεται διαβούλευση μεταξύ των μελών της κοινότητας καθώς και η βεβαιότητα ότι η επιδιωκόμενης οδός εκφράζει την κοινή βούληση της πλειοψηφίας των Μαρωνιτών.

Δυστυχώς η ευτυχώς η κοινότητα βρίσκεται σε ένα ιστορικό σταυροδρόμι που θα καθορίσει το μέλλον της. Η απόφαση δεν μπορεί να αναβληθεί ούτε και θα μπορεί να αναστραφεί εκ των υστέρων. Οι επιλογές είναι δυο: η σταδιακή συνέχιση της αφομοίωσης που λαμβάνει χώρα, ή η διεκδίκηση δικαιωμάτων και πόρων για ένα καθεστώς μερικής αυτονομίας που θα επιτρέψει τη διατήρηση, την προώθηση και την εξέλιξη των ταυτοτήτων της κοινότητας.

Πριν ολοκληρώσω θέλω να τονίσω ότι η θέση στην οποία βρίσκεται η Μαρωνιτική κοινότητα δεν αποτελεί παγκόσμια πρωτοτυπία όπως αρεσκόμαστε να λέμε στην Κύπρο. Είναι παγκόσμιο φαινόμενοι οι ιστορικές εθνικές μειονότητες να διεκδικούν ειδική μεταχείρηση — στα αγγλικά αυτό ονομάζεται group differentiated rights for national minorities.

Αντιλαμβάνομαι ότι οι ανησυχίες είναι πολλές και εύλογες. Όμως το δεδομένο παραμένει: με την πρόταση αυτή η κοινότητα δεν ζητά τίποτε περισσότερο απ’ ότι διασφαλίζουν διεθνείς συνθήκες — δηλαδή, την ισότιμη μεταχείρηση των μελών της και το δικαίωμα τους στην επιβίωση της κουλτούρας τους.

[*] Εθνικές και εθνοτικές μειονότητες είναι όροι που χρησιμοποιώ εναλλάξ αναφερόμενος σε “national minorities”.

Σταθμισμένη ψήφος. Είναι δημοκρατική;

Σταθμισμένη ψήφος. Είναι δημοκρατική;

Ένας από τους λόγους που πολλοί αντιτίθενται στη λύση βάση του μοντέλου Διζωνικής, Δικοινοτικής, Ομοσπονδίας, είναι ότι αυτή παραβιάζει την αρχή του “ένας άνθρωπος μια ψήφος” και ως εκ τούτου είναι αντιδημοκρατική.Το σύνηθες επιχείρημα είναι ότι η λύση ΔΔΟ εξισώνει τη μειοψηφία με την πλειοψηφία.

Ας δούμε τα δυο αυτά θέματα: την ουσία του αξιώματος “ένας άνθρωπος μια ψήφος” και τον ισχυρισμό ότι δίδοντας περισσότερο βάρος στη ψήφο μειονοτήτων καταργούμε τη δημοκρατία.

Σε ομόσπονδα κράτη, όπως και στα ενιαία, κάθε άνθρωπος έχει μια ψήφο. Χώρες που δεν παρέχουν δικαίωμα ψήφου σε όλους τους πολίτες τους, δεν μπορούν να αποκαλούνται δημοκρατικές. Το ερώτημα είναι κατά πόσο όλες οι ψήφοι θα έχουν την ίδια βαρύτητα.

Για παράδειγμα στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής η ψήφος των πολιτών έχει διαφορετική βαρύτητα αναλόγως του πληθυσμού της κάθε πολιτείας. Στις ΗΠΑ οι πολίτες ψηφίζουν αντιπροσώπους που με τη σειρά τους ψηφίζουν τον πρόεδρο και τον αντιπρόεδρο.

Για την εκλογή προέδρου και αντιπροέδρου υπάρχουν 270 διαθέσιμες ψήφοι, οι οποίες κατανέμονται σε κάθε πολιτεία βάση του πληθυσμού της, με τις μικρότερες πολιτείες να παίρνουν περισσότερες ψήφους από αυτές που πληθυσμιακά τους αναλογούν.

Η πολιτεία του Wyoming, για παράδειγμα, έχει περίπου 143,000 ψηφοφόρους και της αναλογούν 3 αντιπρόσωποι, σε αντίθεση με μεγαλύτερες πολιτείες, όπως η Νέα Υόρκη, η Φλώριδα και η Καλιφόρνια, όπου κάθε αντιπρόσωπος χρειάζεται περίπου 500,000 ψήφους για να εκλεγεί.

Ο λόγος είναι απλός: αν όλες οι πολιτείες λάμβαναν την ίδια αναλογία πληθυσμού με ψήφους αντιπροσώπων, τότε οι μικρότερες πολιτείες, λόγω μεγέθους, θα έμεναν χωρίς ουσιαστική πολιτική εκπροσώπηση, έρμαιο στα συμφέροντα των μεγαλυτέρων πολιτειών που θα αποφάσιζαν γι’ αυτές.

Κάτι παρόμοιο συμβαίνει και στην Ευρωπαϊκή Ένωση στο πλαίσιο του οποίου ευνοείται και η Κύπρος. Αν οι θέσεις στο Ευρωκοινοβούλιο διαμοιράζονταν βάση πληθυσμού — αν δηλαδή η ψήφος των Κυπρίων και των Γερμανών πολιτών είχαν την ίδια βαρύτητα — τότε η Κύπρος ενδεχομένως να μην είχε θέση στο ευρωκοινοβούλιο. Το γεγονός ότι έχουμε έξι Κύπριους ευρωβουλευτές οφείλεται στην υιοθέτηση του συστήματος της φθίνουσας αναλογικότητας, όπου δίδεται επιπλέον βαρύτητα στην ψήφο των μικρότερων χωρών. Η ψήφος του καθενός μας έχει περισσότερη βαρύτητα από τη ψήφο του κάθε Γερμανού πολίτη. Ελλείψει αυτού, η Κύπρος δε θα είχε ουσιαστική εκπροσώπηση στο ευρωκοινοβούλιο.

Είναι όμως η στάθμιση αυτή δημοκρατική; Εξαρτάται από τον ορισμό που προσδίδει ο καθένας στη δημοκρατία. Αν ακολουθήσουμε τη σύγχρονη αντίληψη η οποία είναι εναρμονισμένη με τις συνθήκες της εποχής μας, η δημοκρατία είναι αλληλένδετη με τα πολιτικά δικαιώματα. Ο λόγος που επιβάλλεται να υπάρχει η στάθμιση ψήφου στην Κύπρο, όπως και σε πολλές άλλες ομοσπονδίες αλλά και σε διεθνείς οργανισμούς, όπως την ΕΕ, είναι ότι χωρίς αυτή οι μειονότητες και οι μειοψηφούντες ομάδες δε θα είχαν πρόσβαση στα ίδια πολιτικά δικαιώματα με τις πλειοψηφίες.

Χρειάζεται δηλαδή να ληφθούν κάποια επιπλέον μέτρα που θα ισχύουν αποκλειστικά για τις μειονότητες, ούτως ώστε να διασφαλιστεί ότι τα μέλη μειοψηφούντων ομάδων απολαμβάνουν την ίδια πρόσβαση στην κουλτούρα τους όπως τα μέλη της δεσπόζουσας κοινωνικής ομάδας, τους οποίους η γλώσσα, τα ήθη, έθιμα και ιστορία λαμβάνουν προνομιακής μεταχείρισης.

Ως εκ τούτου, το “ένας άνθρωπος μια ψήφος” χωρίς στάθμιση είναι αντιδημοκρατικό καθώς αφήνει τις μειονότητες έρμαιο της πλειοψηφίας, όπου «οι πολλοί» αποφασίζουν για τους εαυτούς τους αλλά και για τις ζωές των άλλων.

What is nation-building? Rousseau might have the answer

What is nation-building? Rousseau might have the answer

We do not live in monocultural states. Our modern states are multicultural and include people with different life-plans, comprehensive doctrines, and perceptions of the good-life. As such, the concept of the nation-state is outdated and so are nation-building policies. If ever states were monocultural, they no longer are. Now states are multinational. But how did the now outdated idea of the nation-state came about? By reading the philosopher Jean-Jacques Rousseau we can get an insight into the thinking that established what we today describe as nation-building policies.

The state and the nation are two concepts that have been combined, creating the modern understanding of the nation-state. The theoretical origins of the nation-state are found in Rousseau’s idea of the general will. Rousseau, in the Social Contract, writes:

So long as several men united consider themselves a single body, they have but a single will, which is concerned with their common preservation, and the general welfare.

Rousseau revolutionised the relationship between individuals and authority. The authority lay in the will of the people, and not on the will of a king or a despot. The concept of the “general will” is the self-rule of the people. The people are the state and the state reflects the will of the people. When understanding the state as the embodiment of the general will of the people, those who deviate from the popular will, are challenging the state, and diversity of wills is threatening the welfare of the state, and in effect, the well-being of the people. Rousseau explains what happens when the general will is undermined:

When the social knot begins to weaken; when particular interests begin to make themselves felt and small societies to influence the larger society, the common interest diminishes and meets with opposition, votes are no longer unanimous, the general will is no longer the will of all, contradictions and disagreements arise, and the best opinion no longer carries the day unchallenged.

Therefore, according to Rousseau, the people are the state, and when the prevailing view of the common good is challenged the state is in jeopardy. This is so, because the state is the nation and the nation embodies in itself a shared understanding of the good. The state therefore, is aligned with the nation, and it encompasses the values and life-plan of the dominant cultural/national/ethnic group. This is why measures need to be taken in order to safeguard the general-will. Those measures are what we today call “nation-building,” which is the cultivation of a common set of values, ideals and conceptions relevant to a common polity.

The communal aspect of Rousseau’s understanding of the state is described in the final parts of Emile, where he provides a reformulation of the political theory advanced in the Social Contract. Rousseau might have been a social contract theorist, but his idea of the contract amongst individuals is communal rather than atomistic. This is obvious through his definition of the body-politic which, as he describes, is the outcome of the contract.

Each of us puts his goods, his person, his life, and all his power in common under the supreme direction of the general will, and we as a body accept each member as a part indivisible of the whole.

Rousseau understood that the development of the consciousness of the “general will” was not a straightforward affair and so he introduced the concept of the lawgiver in the Social Contract. The lawgiver is an imaginary perfect man, whose role is to help individuals evolve from the state of nature and enter into a social contract; in effect, the lawgiver is the deus ex machine which shows people (the members of a future common state) their common identity and shared interests. The lawgiver will transform the individual from a solitary being, to a member of a community. That community is the state. There is no public space beyond the state. The only alternative to the state, according to Rousseau, is the family, which, as it is demonstrated in the raising of Emile, provides the moral capacities necessary for the participation to the public sphere.

Once the body-politic has been identified as the nation and the state as the embodiment of the nation, it is easy to understand how the modern understanding of the state as a nation-state emerged. Now, I shall proceed to address the methods employed for the maintenance of the state; methods that have become known as nation-building measures or techniques.

The most lucid description of nation-building comes from the political historian Eric Hobsbawm, who describes nation-building as “a set of practices, normally governed by overtly or tacitly accepted rules and of a ritual or symbolic nature, which seek to inculcate certain values and norms of behaviour by repetition, which automatically implies continuity with the past.”

The historian Eric Hobsbawm

The historian Eric Hobsbawm

According to Hobsbawm’s version, nation-building relies upon invented traditions; upon the idea that the members of a collective are bounded by a historical and cultural past, whose continuity is maintained through time, and as a result, its continuity to the future is necessary for the maintenance of the self-image of the individual, which is directly related to that of the nation.

Nation-building cannot be defined as a specific set of policies aimed at the maintenance of a sense of commonness, since different states have promoted different policies of cultivating a sense of common belonging. Therefore, to reduce the concept of nation-building to a set of practices, would be to open the doors for disagreements over its exact nature.

I take nation-building to be the state-sponsored promotion of policies whose aim is to promote the initial point of commonness of a collective and invent further points of intersection. I claim that the foremost feature of nation-building is to promote the initial point of reference, because, as Tamir rightly argues, one collective cannot declare itself as a nation merely based on the will of its members.

Nationhood derives from something common like religion, history, language or traditions; as such, nation-building is the promotion of one of these features and the invention of new ones. Predominantly, the main aim of a nation-building policy, as Tamir explains, is to “to create the illusion of a ‘natural’ unit with a long, mostly glorious history and a promising future.”

Ζώνες και αποκλειστικά δικαιώματα

Ζώνες και αποκλειστικά δικαιώματα

Δημοσιεύτηκε στο Φιλελεύθερο (31/9/15) και την Καθημερινή (8/9/15)

Η Διζωνική Δικοινωτική Ομοσπονδία είναι το συνταγματικό μοντέλο πάνω στο οποίο θα βασίζεται η οποιαδήποτε επικείμενη λύση. Η Διζωνικότητα είναι το πλέον αμφιλεγόμενο κομμάτι του υπό διαπραγμάτευση συνταγματικού μοντέλου, καθώς εξασφαλίζει στην κάθε κοινότητα συγκεκριμένα εδαφικά δικαιώματα. Δηλαδή, οι δυο κοινότητες, οι οποίες εκ των πραγμάτων είναι εθνικά διαχωρισμένες, θα ορίζουν διαφορετικές γεωγραφικές περιοχές.

Άτομα και πολιτικά σύνολα που διαφωνούν με τη διζωνικότητα, όπως για παράδειγμα η ΕΔΕΚ, ισχυρίζονται ότι η διζωνικότητα δεν υφίσταται ως πολιτικός όρος, και ότι η Κύπρος χρησιμοποιείται ως πειραματόζωο στα πλαίσια υλοποίησης ενός ρατσιστικού γεωγραφικού διαχωρισμού με βάση τις εθνικές ταυτότητες.

Οι υπερασπιστές της άποψης αυτής προβαίνουν στο εξής στοιχειώδες λάθος: παρόλο που ο όρος διζωνικότητα δεν χρησιμποιείται ευρέως, στην ουσία του δεν διαφέρει από άλλες μορφές εδαφικών δικαιωμάτων όπως εφαρμόζονται σε χώρες της δύσης. Για του λόγου το αληθές, παρακάτω παραθέτω παραδείγματα εδαφικών δικαιωμάτων όπως εφαρμόζονται στην Αυστραλία και τον Καναδά.

Στην Αυστραλία, 417,318 τετραγωνικά χιλιόμετρα γης ελέγχονται αποκλειστικά από τον αυτόχθονα πληθυσμό της χώρας. Οι αυτόχθονες απολαμβάνουν αποκλειστικά δικαιώματα πάνω στη γη των προγόνων τους ως αντίβαρο των κακουχιών που υπέστησαν κατά την περίοδο της αποικιοκρατίας. O νόμος του 1976 για τα Δικαιώματα των Αυτοχθόνων στη Γη, ρυθμίζει την πώληση γης που κατέχουν οι αυτόχθονες, φροντίζοντας ότι η γη θα παραμείνει στα χέρια του πληθυσμού αυτού. Έχουν, δηλαδή, αποκλειστικά δικαιώματα πάνω στη γη τους, τα οποία δεν παρέχονται στους υπόλοιπους Αυστραλούς, παρόλο που είναι ίσιοι πολίτες του κράτους.

Άλλο παράδειγμα δυτικής χώρας με εδαφικά δικαιώματα είναι η επαρχία Κεμπέκ στον Καναδά. Οι Κεμπεκουά (κάτοικοι του Κεμπέκ) απολαμβάνουν δικαιώματα αυτοδιάθεσης εντός της γεωγραφικής ζώνης που ελέγχουν, παρόλο που αυτή (η επαρχία τους) είναι μέρος του Καναδικού κράτους. Το Κεμπέκ, σε αντίθεση με τον υπόλοιπο Καναδά, είναι γαλλόφωνο και καθολικό, και οι κάτοικοί του, οι Κεμπεκουά, θεωρούν ότι απειλούνται από την αγγλοσαξωνική κουλτούρα της υπόλοιπης χώρας. Γι’ αυτό ζητούν επιπλέον δικαιώματα εντός της γεωγραφικής ζώνης ελέγχου τους, ούτως ώστε να διασφαλίσουν την επιβίωση του χαρακτήρα της κουλτούρας τους. Για παράδειγμα, στο Κεμπέκ οι δημόσιες πινακίδες επιβάλλεται να είναι τυπωμένες στα γαλλικά. Επίσης, τα δημόσια σχολεία επιβάλλεται να έχουν ως κύρια διδακτέα γλώσσα τα γαλλικά, έστω στην πλειοψηφία τους οι Καναδοί είναι αγγλόφωνοι. Τα αποκλειστικά αυτά δικαιώματα δεν έχουν σκοπό να μειώσουν τα δικαιώματα των υπόλοιπων Καναδών στο Κεμπέκ, αλλά να διασφαλίσουν τα δικαιώματα των Κεμπεκουά σε σχέση με την επιβίωση της εθνικής τους ομάδας.

Τα παραδείγματα των αυτόχθονων στην Αυστραλία και των Κεμπεκουά στον Καναδά, δείχνουν ότι χώρες με ιδιαίτερα ανεπτυγμένη δημοκρατική κουλτούρα παρέχουν ειδικά δικαιώματα σε υποομάδες του πληθυσμού τους, πολλά από τα οποία έχουν εθνικό και γεωγραφικό προσδιορισμό.

Φωτογραφία από εδώ

Είναι η ΔΔΟ ρατσιστική;

Είναι η ΔΔΟ ρατσιστική;

Δημοσιεύτηκε στον Πολίτη, στο Φιλελεύθερο στις 17 Αυγούστου 2015 και στην Ομάδα Κύπρος 

Τα επιχειρήματα εναντίον της ΔΔΟ ως συνήθως αναπτύσσονται στα πλαίσια του αντιρατσισμού. Οι υπερασπιστές τους ισχυρίζονται ότι είναι ρατσιστικό να υπάρχουν εθνικοί διαχωρισμοί στις κρατικές δομές. Υποστηρίζουν ότι δεν νοείται εθνικές ομάδες να έχουν αποκλειστικά δικαιώματα με γνώμονα μόνο την εθνική τους ταυτότητα. Έχουν δε ιδιαίτερο πρόβλημα με τη διζωνικότητα, αφού ισχυρίζονται ότι με το να δίδονται εδαφικά δικαιώματα στις δυο κοινότητες, περιορίζονται οι ατομικές ελευθερίες των πολιτών.

Τα επιχειρήματα αυτά βασίζονται σε ελλειπείς και λανθασμένες πληροφορίες, καθώς παρανοούν τη φύση των εν λόγω εδαφικών δικαιωμάτων. Οι επικριτές της διζωνικότητας δεν αντιλαμβάνονται ότι η ελευθερία διακίνησης και εγκατάστασης των πολιτών, ανεξαρτήτως εθνικότητας, δεν περιορίζεται, καθώς όλοι οι Κύπριοι θα μπορούν να διακινηθούν και να ζήσουν ελεύθερα στις περιοχές που ελέγχονται από τη μια ή την άλλη εθνική ομάδα. Η μόνη διαφορά είναι ότι θέματα τοπικής αυτοδιοίκησης θα άπτονται των αρμοδιοτήτων της μιας ή της άλλης κοινότητας.

Ας εξετάσουμε όμως τον ακρογονιαίο λίθο της αντίθεσης στη Διζωνική, Δικοινωτική, Ομοσπονδία: το επιχείρημα ότι είναι ρατσιστική.

Οι θιασώτες αυτής της άποψης παραθέτουν δυο επιχειρήματα εναντίον της ΔΔΟ, την οποία παρουσιάζουν ως ρατσιστική: (α) ότι ο Μαντέλα στον αντιρατσιστικό του αγώνα απέρριψε τις ζώνες καθώς θα διαχώριζαν ρατσιστικά τον πληθυσμό, και (β) ότι δεν νοείται εν έτει 2015 να παρέχουμε πρόσβαση σε πολιτικά δικαιώματα βάση εθνικών ταυτοτήτων. Το πρώτο επιχείρημα συγκρίνει ανόμοιες καταστάσεις και ως εκ τούτου είναι λανθασμένο. Το δεύτερο είναι μεν πιο πειστικό, αλλά αγνοεί τις πραγματικότητες και παρουσιάζει μια μη-επιλογή ως την επιδιωκόμενη μορφή (μη-) λύσης.

Ο Μαντέλα απέρριψε τον διαχωρισμό σε ζώνες. Ορθά έπραξε καθώς ήταν ρατσιστικός. Βασιζόταν σε φυλετικές διακρίσεις αποκλείοντας τους μαύρους από τις περιοχές των λευκών. Στην περίπτωση της Κύπρου δεν μιλάμε για τέτοιες παροχυμένες και βιολογικά-ορισμένες ταυτότητες όπως είναι η φυλή, και ως εκ τούτου η σύγκριση με τη Νότια Αφρική είναι άτοπη. Στην Κύπρο, σε αντίθεση με τις ζώνες της Ν. Αφρικής, θα υπάρχουν κοινά πολιτικά δικαιώματα διασφαλισμένα από το κοινό κράτος, και οι εξουσίες που θα έχει η κάθε κοινότητα στις ζώνες που θα ελέγχει, σε καμία περίπτωση δε θα καταπατούν τα ατομικά πολιτικά δικαιώματα των Κύπριων πολιτών.

Η δεύτερη κριτική είναι πιο πειστική. Πως γίνεται εν έτει 2015 να διαχωρίζουμε τις εξουσίες του κράτους και την πρόσβαση σε πολιτικά δικαιώματα με βάση τις εθνικές ταυτότητες; Είναι γεγονός ότι οι εθνικές ταυτότητες είναι παρωχημένες. Οι άνθρωποι πλέον έχουν πρόσβαση σε μεγαλύτερο όγκο πληροφοριών και έρχονται σε επαφή με ιδέες και άτομα έξω και πέραν από τον κύκλο της εθνικής τους ομάδας. Ποια είναι όμως η εναλλακτική που προτείνεται; Η εναλλακτική λύση, η οποία όμως είναι ανέφικτη και άρα δεν αποτελεί επιλογή, είναι να επιδιώξουμε ένα ενιαίο κράτος, όπου όλοι οι πολίτες θα ψηφίζουν από κοινού την πολιτική τους ηγεσία. Δηλαδή να επιστρέψουμε σε ένα κράτος παρόμοιο με εκείνο του 1960, το οποίο αφενώς απέτυχε και αφετέρου δεν υπάρχει περίπτωση να το στηρίξουν οι Τουρκοκύπριοι.

Οι φόβοι και οι ανησυχίες για το άγνωστο της μελλοντικής λύσης είναι λογικές και οφείλουν να συζητηθούν. Η κάθε συζήτηση όμως πρέπει να γίνεται στα πλαίσια του τι ενδέχεται να γίνει αποδεχτό από τις δυο κοινότητες, έντιμα και ρεαλιστικά, χωρίς συγκεκαλυμμένες αντιρρήσεις και ανέλπιδους ευσεβοποθισμούς.

The precariousness of ‘gig’ economy

The precariousness of ‘gig’ economy

The article “New ‘gig’ economy spells end to lifetime careers” published in the FT by Mr John Gapper, romanticizes precarious employment and caricatures the notion of stable employment, despite the author’s best intentions to balance the benefits and the worries generated by ‘gig’ economy.

Precarious employment is often characterised by lack of healthcare and pension benefits (briefly mentioned in the article) and by the inability of the part-timer and/or the contractor to make long-term plans. How can one lead a life worth living if temporariness is a constant and major source of insecurity?

The article not only discounts the adverse effects of precarious employment, it also caricatures stable employment by reducing it to the concept of “lifetime careers.” The opposite of precarious employment is not what is exemplified through the case of the bank clerk provided in the article where a lifetime career becomes synonymous to boredom, routine and undue permanence. Rather, the opposite of precarious employment is stable employment with access to labour rights. The following three points provide a brief outline of the rights that are often absent from the ‘gig’ employment described by Mr. Gapper.

If the employee holds her own end of the bargain by fulfilling all the terms of her employment to a satisfactory degree, then she must be able to retain her position for (at least) the mid-term. If she cannot retain the job for reasons unrelated to her performance, then enough notice should be given to enable her to make alternative arrangements, thus minimizing the stress of the precariousness involved in leaving what was considered secure employment.

Employment should be seen as a right that generates self-esteem. The absence of employment or the precariousness of employment has detrimental effects to the well-being of individuals. The stability of employment arrangements should thus be of utmost interest to policy makers and subject to regulation.

Stable employment does not mean permanent employment. The model of lifetime career seen through the prism of permanence is grossly outdated and does not reflect the realities and the fluidities of our era. The key to stable employment is its emphasis on rights. People should not be discouraged from seeking new career paths or exploring new avenues. Rather, they should be encouraged to do so whilst ensuring that two kinds of rights are maintained. Firstly, the right to employment of those who want to lead a more stable working life, and secondly, the access to rights – particularly access to high quality healthcare and pension benefits – to those with more fluid employment arrangements, thus ensuring that the ‘gig’ employment lifestyle is a product of choice and not of exploitation or coercion.

Etiquette on Outsider Commentators on #Greece

Etiquette on Outsider Commentators on #Greece

Should people who live outside of Greece express strong opinions on whether Greece should stay or exit the eurozone? I, for one, feel that I am not entitled to express such strong opinions. Having a strong opinion, of course, is one thing. Expressing it, is another. I object to the second, and this is why in all my encounters and discussions about Greece, I apologetically provide caveats of my privileged position in this debate.

Outsider opinions tend to take two formats. They are either opinions expressed by experts who live and work outside of the country, or opinions expressed by laypersons. Both kinds of opinions are useful; the expert helps structure and crystallise a debate, and the layperson provides an outsider’s perspective.

The picture is far from rosy, of course. Experts are not abstract beings. They are part of a system, and their position within that system generates authority, which asserts their privilege. It is thus not unlikely to encounter experts who reinforce the institutional structures that generate their privilege, often at the expense of the truth. Likewise, the opinions of outsider laypersons can be driven and shaped by media with private interests, or by the aforementioned experts. Given that no issue is purely domestic, the influence that outsider laypersons have on their elites can, in turn, affect the internal discussion in Greece.

That being said, having an opinion and expressing it should never be discouraged. The question is how strongly should an outsider express such an opinion? Let me give you my qualified opinion on the Greek question to illustrate what I mean.

I want Greece to exit the eurozone. I think the Greek issue is primarily a matter of intergenerational injustice. The Greeks should stop irresponsibly forwarding debt on future generations. Also, I happen to believe that a grexit is the most painful but also the only way for Greece to recover in less than three generations.

In this debate I am not an uninterested bystander, and neither are the rest of the outsiders who comment on Greece. If Greece pursues a grexit and succeeds, it would provide a much-sought alternative to the destructive austerity politics pursued by western governments, which will support my argument. If Greece exits the eurozone and fails to recover I have next to nothing to lose. Worst case scenario, many Greek economic migrants will move to my home country, Cyprus.

If Greece becomes a failed state by pursuing my advice, then the Greek people will have everything to lose. This asymmetry of power, where I can express an opinion that has little to no impact on me but massive impact on others, makes me uneasy.

We need to listen to the Greek people. To stop deciding about them, without them — at a technocratic level, locked behind closed doors, with privileged white people negotiating their fate in marathon meetings with impaired mental faculties due to lack of sleep.

All of us who write and express opinions, either expert or  personal, we need, firstly to acknowledge our privilege and modify our interventions and our tone accordingly. Secondly, we need to listen to the people whose lives are going to change by the decisions we support or condemn, factoring in our analysis their fears and concerns. Thirdly, we need to address them, to talk to their hopes and worries, rather than to exchange articles about them. Finally, we need to give them space and information, to enable them to form a judgement based on satisfactory knowledge of the competing options and their respective costs.

Tsipras lost me before the #Greferendum, but it’s not completely his fault

Tsipras lost me before the #Greferendum, but it’s not completely his fault

Published in the Cyprus-Mail under the title “Why I can no longer support Tsipras,” July 12th, 2015

On Saturday, a day before the referendum, I argued that I will no longer be supporting Tsipras even though I was in favour of the NO vote. Having read the Greek government’s latest proposals to their creditors, as they were submitted on Thursday night, I stick to my view.

These are the five reasons I gave that explain why I no longer support Tsipras and his government.

  1. He called people to vote on a document that was no longer on the table.
  2. The consequences of either option were not clear and not adequately discussed — thus weakening his argument that a referendum was the democratic thing to do.
  3. Tsipras and his officials were promising what they could not deliver: that a deal would be secured and that the banks would reopen within 48 hours — neither of which materialised, as it turned.
  4. I predicted that he would accept whatever is put in front of him, a product of his grossly diminished bargaining power, which would be marketed to the Greek people as a success.
  5. His failure would impede the momentum of leftist movements across Europe.

I could — and to be honest, I still cannot — make sense of his negotiating tactics. Why adopt such a confrontational rhetoric if the underlying agenda is to remain in the Eurozone? It only makes sense to call your creditors terrorists, if you want to show them the finger. If not, and irrespective of whether they act as terrorists or not, you should adopt a stance that will eventually allow for an agreement.

The moment of shock for me was when the FT leaked the emergency proposal that was submitted by Greece right before it defaulted on its IMF debt, on June 25th. The proposal accepted the very terms that the Greek people were called to reject a week later. It was nothing short of embarrassing to see a government concede defeat like that, showing their cards and making obvious that membership to the eurozone would be pursued at all costs. It was at that point that all hope was lost. The outcome of the referendum was, if not irrelevant, then of considerably diminished importance.

And here we are, Thursday evening with the Greek government submitting a proposal for another three years of austerity, with cuts that will run deeper than those rejected by the Greek people with their NO vote.

The idea of the referendum, by the way, was not a bad one. More democracy is never a bad idea provided that there is a clear choice and access to information, neither of which were available in the case of the Greek referendum. But in general, treating people like adults and asking them to own their choices is the way to go.

If we accept Tsipras’ democratically-driven defence for the referendum, then we are faced with a paradox: if the Greek people overwhelmingly opposed the destructive austerity politics that caused the humanitarian crisis in Greece, then on what grounds is it legitimate for Tsipras to propose even more austerity measures which will be more severe than before? Isn’t Tsipras going against the democratic mandate that the Greek people have generously given him on Sunday?

Not quite. Tsipras’ campaigning leading to the referendum was based on the promise that he wouldn’t leave the eurozone. A strong NO would strengthen his bargaining power, was the mantra used. Naive as it may be, the Greek people who supported it bought it. Few were those who advocated for a Grexit.

Alas, to be fair to Tsipras, one should not rush to put the blame solely on him. What we witness is not Tsipras turning into Samaras, but rather, Tsipras trying to balance the irreconcilable double mandate that he received; namely, less austerity and membership to the eurozone. The two, as Alex Andreou argued, are mutually exclusive.

But the story does not end here. Tsipras has not been elected as an abstract political actor who would implement whatever was demanded of him. Tsipras and his party represent the “radical left.” Granted, their policies have been less radical and more socialdemocratic, but whatever the case, they have an ideological axis that should constrain (if not guide) the type of policies that a radical left party can rightfully pursue.

If the option was to sacrifice the anti-austerity commitment in order to stay in the eurozone, Tsipras should either resign or proceed to another referendum, this time avoiding the idiotic mistakes of the last one. He should ask people to decide between the two mutually exclusive mandates. If, in the referendum, eurozone won over anti-austerity, then the only route left for a radical left candidate would be to resign.

Unfortunately Tsipras mishandled the negotiations, and is now proposing measures that would better suit his predecessor. In the meanwhile, his government has absolutely no bargaining power left in the negotiations.

Η έλλειψη δημοκρατικού διαλόγου στην Ελλάδα και τα ατυχή κυπριακά παραδείγματα

Η έλλειψη δημοκρατικού διαλόγου στην Ελλάδα και τα ατυχή κυπριακά παραδείγματα

Το ελληνικό δράμα δείχνει για ακόμη μια φορά την αδυναμία των Ελλήνων να συζητήσουν πολιτισμένα και με επιχειρήματα θέματα κοινού ενδιαφέροντος για τα οποία υπάρχουν αντικρουόμενες απόψεις. Πριν την κορύφωση του δράματος, γίνονταν δημόσιες τοποθετήσεις που πρόδιδαν τις ανέλπιδες προσπάθειες των συγγραφέων τους να συγκαλύψουν τα πραγματικά τους πιστεύω, τα οποία υποκινούνταν όχι απο πολιτικά επιχειρήματα αλλά από τον κλασικό, εξόχως ελληνικό οπαδισμό. Τωρα που η Ελλάδα βρίσκεται στο τέλος του δρόμου ή στην αρχή του επομένου ή στο χείλος του γκρεμού (διάλεξε κλισέ βάση ομάδας), βλέπουμε τα ίδια άτομα που μάταια συγκάλυπταν τις οπαδικές βάσεις των πολιτικών τους τοποθετήσεων να δείχνουν — επιτέλους — τον πραγματικό τους εαυτό.

Απο τη μια έχουμε τη τρομολαγνεία του λαϊκίστικου “θα γίνουμε Σομαλία, ο πάτος είναι πολύ πιο κάτω”· όπου ο Τσίπρας παρουσιάζεται ως Παπανδρέου που κατάφερε να γίνει Τσάβες, που έρμαιο των ιδεοληψιών του καταφέρνει αυτό που πάντα ήθελε, την οριστική ρίξη με την ΕΕ. Η αφήγηση αυτή εργολαβικά παραβλέπει οτιδήποτε γράφεται απο έγκυρους αναλυτές που παρέχουν επιχειρήματα υπερ της αντίθετης άποψης. Η αντίθετη άποψη απορρίπτεται μέσω της αποδόμησης των εκφραστών της και όχι μέσω της επαφής με τα επιχειρήματα τους. Κλασικά παραδείγματα της πρακτικής αυτής είναι ο τρόπος που αντιμετωπίζεται η εξαιρετική οικονομολόγος Frances Coppola που παρουσιάζεται ως άτομο που εξυπηρετεί αλλότρια συμφέροντα, ο νομπελίστας Paul Krugman που φέρεται ως παρασυρόμενος απο τα πάθη που έχουν κυριεύσει τη λογική του, ο Paul Mason του Channel 4 που απλά θέλει να πουλήσει το νέο του βιβλίο και ο Άλεξ Ανδρέου που παρουσιάζεται περίπου ως σταλινικός.

Από την άλλη βλέπουμε τον κλασσικό αντιδυτισμό της αριστεράς (που μάθαμε να αγαπάμε) και τον ελληνικό ψευτοπαλληκαρισμό της ακροδεξιάς συγκυβέρνησης (που δε μάθαμε να φοβόμαστε αρκετά). Όπου οι διαφωνούντες παρουσιάζονται ως προνομιούχοι από την παράταση της μιζέριας του ελληνικού λαού, καθώς εμπίπτουν στην άρχουσα μειονότητα που τον απομυζεί, της οποίας τα συμφέροντα ευθυγραμμίζονται με των δανειστών, απόδειξη ότι οι κεφαλαιοκράτες είναι απάτριδες. Οι διαφωνούντες είναι εκ φύσης τους ριψάσπιδες και υποτακτικοί που προδίδουν το ελληνικό πνεύμα που θέλει τον έλληνα να πεθαίνει μαχόμενος και ενίοτε να νικά.

Οι δυο ομάδες συχνά παραθέτουν παραδείγματα απο την πρόσφατη κυπριακή ιστορία με τροπο όπως μόνο Έλληνες μπορούν. Αν κάτι χαρακτηρίζει την ελληνική προσέγγιση προς την Κύπρο είναι η άγνοια, η αδιαφορία και ο τυχοδιωκτισμός. Οι μεν παρουσιάζουν τον πρόεδρο Αναστασιάδη ως το success story, μη ξέροντας ή αγνοώντας ότι ο ίδιος και η οικογένεια του εμπλέκονται σε δεκάδες πρόσφατα σκάνδαλα, καθώς και ότι ο ίδιος προσωπικά έχει προβεί σε σειρά ατυχών διορισμών που δεν αρμόζουν στο (νεο)φιλελεύθερο προφίλ της προόδου με το οποίο τον ταυτίζουν. Οι δε αντιπαραβάλλουν το κυπριακό ΟΧΙ ενός αμφιλεγόμενου προέδρου που ήθελε την Κύπρο στην ΕΕ και την ευρωζώνη με το ΟΧΙ που σήμερα καλούν τους Έλληνες να υποστηρίξουν, αγνοώντας μάλιστα ή μη ξέροντας το πολιτικό κόστος του ΟΧΙ των Κύπριων (πχ το IPC). Εννοείται ότι καμία αναφορά δε γίνεται στα συμφέροντα των Κύπριων που καλούνται να χάσουν €600 εκατομμύρια ή 3% του ΑΕΠ τους από την επικείμενη ελληνική χρεοκοπία, τα οποία θα προστεθούν στα πέραν των €3δις που χάθηκαν με το ξεπούλημα των κυπριακών τραπεζών στην Ελλάδα.

Οι Έλληνες, τουλάχιστο οι opinion leaders που παρακολουθώ, αδυνατούν να εμπλακούν σε πολιτισμένο διάλογο. Δεν προσπαθούν να αντιληφθούν τις ανησυχίες που υποκινούν την αντίθετη γνώμη. Δεν έρχονται σε επαφή μαζί με τους εκφραστές αντίθετων πολιτικών απόψεων και αρνούνται να μπουν στα παπούτσια του άλλου και να αντιληφθούν τις ανησυχίες του, αποκλείοντας τον εκ προοϊμίου. Παρατάσσονται ο ένας απέναντι στον άλλο, ταμπουρωμένοι πίσω απο τα κλισέ, τις ιδεοληψίες και το φανατισμό τους. Θόρυβος χωρίς ουσία και έλλειψη δημοκρατικού διαλόγου παρόλη την υφιστάμενη δημοκρατική υποδομή.

If you object to the army, you should stay true to your convictions

If you object to the army, you should stay true to your convictions

Published in the Cyprus-Mail under the title “Army lessons from Socrates,” June 28th, 2015.

Should one support an immoral institution just because the law says so? What are the options available to those who are ideologically opposed to what is charitably called the Cyprus Army? In this article I address the brave young men of Cyprus who oppose militarism urging them to stay true to their conscience.

When one objects to serving in the army for reasons of conscience he has two options: to pay 50 euros and get a note from a shrink verifying that he is not fit for service, or to declare that he will disobey the law on the grounds of conscience, which is an inalienable right guaranteed by the European Court of Human Rights. Sadly, teenagers usually opt for the first option which is much more straightforward, albeit a cowardly one.

A great man who was killed by the people of Athens when he decided to object to an unjust law has already provided us with the reasons why we should follow our conscience. Fortunately for us today, following one’s conscience does not lead to imprisonment or death, since freedom of conscience is an internationally protected legal right. Now it’s a matter of challenging the Republic of Cyprus, of forcing it to adopt a non-punitive alternative service for those who do not want to partake in an institution that trains young men to kill fellow humans.

Let us consider the reasons why you should not go down the coward’s route, why you should stand up to your parents, to society’s expectations and ultimately, to the state; essentially, why you should follow Socrates’ route.

Socrates in the Apology is on trial for corrupting the youth, an allegation that was obviously false. The Apology is divided in two parts based on the public trials in classical Greece. In the first part, the decision of guilt or innocence is at hand; the accusers present their case against Socrates, and the latter responds in order to persuade the public, who are the ones that will vote in favour or against him. The second part comes after the accused is found guilty. It is during the second part that the sentence is decided upon, following another round of cross-examination.

In the first part of the Apology, Socrates did not seek to defend himself. Rather, he defended his way of life and philosophical inquiry, thus giving munition to his accusers, who were able to prove that the accusations were indeed true. In the latter part, after he was found guilty, he urged the court to sentence him to death. Socrates was subsequently sentenced to death through poison for his act of civil disobedience.

The state has laws and rules. These rules are not always correct. The individual is a moral being and as such has a duty to live by his or her conscience. When the directives of one’s conscience are at odds with the rules of the state, then one has a moral obligation to disobey the rules of the state and face the consequences for his or her disobedience. This is what Socrates did. He was warned about his way of life, which contradicted, as it turned, the established laws, but he refused to move away from his convictions, eventually paying for it with the highest of prizes.

Once Socrates was sentenced to death, he was imprisoned until his execution, which would take place upon the arrival of a ship from Delos. During that time, Socrates was visited by his old friend, Crito. The title of the Socratic dialogue that depicts this scene is titled after the name of his friend, Crito. Crito visited Socrates in order to persuade him to escape from prison and flee the city-state of Athens. A plan, orchestrated by Crito and supported by Socrates’ friends was in place, in order to facilitate Socrates’ escape. Socrates refused on the grounds that he owes his life to the city-state, in exchange for all that it has given him. Remember that Socrates loved Athens. He fought for Athens and only left it a handful of times throughout his life, and did not want to hurt it. If everyone escaped from prison, he argued, there would be no rule of law, and the foundations of the Athenian state, which he passionately loved, would be destroyed.

There is a paradox here. Socrates disobeyed the laws of Athens in the Apology, which eventually led to his death. His civil disobedience was based on the high-order authority of his conscience that led him to violate the law. According to the same moral authority — his conscience — the verdict reached by the court was unjust. The paradox is therefore expressed as follows: if he disobeyed an unjust law that led to an unjust verdict, why not escape from prison, in order to avoid the consequences of the aforementioned unjust verdict and save his life along the way? It is a paradox because in the Apology Socrates defends his disobedience, whereas in the Crito he refuses to disobey the verdict of the court. Why the double standards then?

Socrates’ explanation was that one has a duty to either persuade the state for an unjust law or face the consequences for disobeying that law. A law is unjust because it violates one’s conscience. But given that one chooses to live in a country, and benefits from what it has to offer, then one has a duty to try to persuade their fellow men and women to change the law. In case of failure to do so, then one needs to follow his conscience and disobey the law. Disobeying the law has consequences. Out of respect for what one is offered as a citizen of that state, he or she has a duty to obey the verdict of the court which, ideally, expresses the will of the people. In the case of classical Athens the court did express the will of the people, because, as said above, decisions were made in a direct-democratic setting through majoritarian decision-making.

What reasons, then, did Socrates give, to explain his refusal to escape? His main argument was that if he escaped, he would destroy the city for his part. Obviously, if one person escapes from prison, the harm is rather minimal; the society will still function, the laws would still apply, and one individual act will not destroy the society. What does for his part mean then? If everyone did the same thing — disobeyed the law and refused to face the consequences of his disobedience — then the society would, in fact, be destroyed, because its institutions rely on a daily-renewable contract between the citizen and the state; to ignore the decisions reached by the institutions is to destroy the state for your part, because you destroy the fabric that holds the institutions in place: your own end of the agreement.

The case of Socrates applies to the case of denying a mandatory army service on the grounds of conscience. Young objectors should challenge the state rather than opt for the easy way out. In doing so, they will improve the situation for themselves and for others, whilst staying true to their beliefs.

If you are a young man who objects to the enlisting in the army, firstly, you should be congratulated for having the courage to stand up against the norm. It’s always easy to do what everyone does, but it takes a great person to defy society’s norms and expectations. Secondly, you should read this (iordanou.org/blog/NG-vicitims-what-to-do/), which explains why the Republic of Cyprus cannot force someone who objects on the grounds of conscience to enlist in the army. Thirdly, you should start writing down the reasons why you object, along with possible responses to the obvious responses that you might receive. If you have reasons and courage, nothing can stand in your way.