Τα δικαιώματα των Μαρωνιτών στην επανενωμένη Κύπρο

Σήμερα θα σας μιλήσω για αυτά που θεωρώ ότι πρέπει να διεκδικήσει η Μαρωνιτική κοινότητα στα πλαίσια των διαπραγματεύσεων για τη λύση του κυπριακού προβλήματος.

Δε θα μπω στις λεπτομέρειες των διεκδικήσεων, αλλά στις βάσεις αρχής πάνω στις οποίες οι διεκδικήσεις αυτές πρέπει να τεθούν.

Ας αρχίσουμε πρώτα με μια καταγραφή των πραγματικοτήτων στην Κύπρο. Στην Κύπρο έχουμε δυο κύριες εθνοτικές ομάδες[*], τους Ελληνοκύπριους και τους Τουρκοκύπριους. Οι δυο αυτές εξέχουσες ομάδες, έχουν ιστορική παρουσία στο νησί, δική τους γλώσσα, ήθη, έθιμα και θρησκεία.

Βάση του συντάγματος του 1960 τα πολιτικά δικαιώματα των πολιτών της κυπριακής δημοκρατίας απορρέουν μέσα από τη συμμετοχή σε μια από τις δυο μεγάλες εθνοτικές ομάδες. Αυτό είναι που ονομάζουμε τον δικοινοτικό χαρακτήρα του συντάγματος του 1960.

Πιστεύω ότι η εν λόγω έμφαση στον δικοινοτισμό επηρρεάζει αρνητικά τις προοπτικές επιβίωσης εκείνων των ιστορικών κοινοτήτων της Κύπρου, όπως τη Μαρωντική, οι οποίες διαφέρουν από τις δυο δεσπόζουσες και συνταγματικά εξέχουσες εθνοτικές ομάδες.

Πως, με άλλα λόγια, χωρίς συγκεκριμένες διεκδικήσεις, η Μαρωνιτική κοινοτητα απειλείται με αφανισμό μέσω της αφομοίωσης της στην Ε/Κ εθνική ομάδα.

Για να γίνει αυτή η συζήτηση, χρειάζεται να γυρίσουμε πίσω στο έτος 1959 για να δούμε πως η Μαρωνίτικη κοινότητα υποβαθμίστηκε σε θρησκευτική ομάδα, και πως η κατηγοριοποίηση αυτή, η οποία μάλιστα εδραιώθηκε στο σύνταγμα του 1960, υποβίβασε την κοινότητα και τις πολιτικές διεκδικήσεις που αυτή δικαιούται να κάνει.

Το 1959 οι μειονότητες της Κύπρου καλέστηκαν να αποφασίσουν κατά πόσο θα ασπάζονταν την εθνική ταυτότητα της μιας ή της άλλης δεσπόζουσας εθνικής ομάδας. Δόθηκε δηλαδή μια περίοδος μερικών μηνών στους Μαρωνίτες, τους Αρμένιους και τους Λατίνους για να αποφασίσουν κατά πόσο είναι Έλληνες ή Τούρκοι. Άλλες ομάδες με ιστορική παρουσία στο νησί, όπως οι Ρωμά της Κύπρου, δεν ερωτήθηκαν καν.

Το δίλημμα αυτό, εκ προϊμίου προϋποθέτει ότι κοινότητες όπως η Μαρωνιτική, δεν έχουν δικό τους εθνικό χαρακτήρα, και ότι εκ των πραγμάτων είναι κατώτερες συνταγματικά από τις δυο δεσπόζουσες ομάδες, μέσω των οποίων παρέχεται πρόσβαση σε πολιτικά δικαιώματα.

Η ταυτότητα που επεβλήθηκε στις εν λόγω μειοψηφούσες κουλτούρες της Κύπρου ήταν αυτή της θρησκευτικής ομάδας. Δηλαδή η ολότητα και ο χαρακτήρας των ομάδων αυτών αγνοήθηκε, περιορίζοντας την ιδιαιτερότητα τους στο διαφορετικό της θρησκείας τους.

Ναι μεν υπάρχουν οι θρησκευτικές διαφορές, δηλαδή η Ε/Κ κοινότητα είναι στην πλειοψηφία της ορθόδοξη και η Μαρωνιτική στην πλειοψηφία της καθολική, αυτό όμως δε σημαίνει ότι οι διαφορές τελειώνουν εκεί.

Άλλωστε, η Μαρωνιτική κοινότητα έχει αιώνες δικής της ιστορίας και παρουσίας στο νησί, όπως και οι Ελληνοκύπριοι, έχει ήθη και έθιμα συγκεκριμένα στην κοινότητα, όπως δηλαδή και οι Ελληνοκύπριοι, έχει δική της γλώσσα μάλιστα αναγνωρισμένη από την UNESCO ως παγκόσμια κληρονομιά συγκεκριμένη στην Μαρωνιτική κοινότητα της Κύπρου, και διατηρεί πολιτιστικούς συνδέσμους με τον Λίβανο, όπως δηλαδή αντίστοιχα πράττει και η Ελληνοκυπριακή κοινότητα με την Ελλάδα.

Δεδομένου λοιπόν του παρόμοιου χαρακτήρα των δυο κοινοτήτων, η συνταγματική ανωτερότητα των Ε/Κ δεν μπορεί να δικαιολογηθεί.

Έχουμε δηλαδή το πρώτο κρατούμενο. Ότι οι Μαρωνίτες έχουν αδικηθεί βαση του συντάγματος του 1960 και ότι δεν διαφέρουν ως προς τον χαρακτήρα της κοινότητας τους από τις δυο δεσπόζουσες συνταγματικά εθνικές ομάδες.

Προχωράμε τώρα στο πιο θεωρητικό κομμάτι, για να κατανοήσουμε τους κινδύνους που ελλοχεύουν με τη συνέχιση της υποτελούς αναγνώρισης των Μαρωνιτών. Γιατί, με άλλα λόγια, μειονότητες, χρειάζονται ειδική μεταχείρηση ούτως ώστε να μπορέσει η κουλτούρα τους να επιβιώσει και να μην πέσει θύμα αφομοίωσης από την πλειοψηφούσα κοινοτητα.

Για να γίνει αυτή η συζήτηση, πρέπει να αναλογιστούμε τον ρόλο που διαδραματίζει το κράτος στη διατήρηση και την επιβίωση των εθνικών ταυτοτήτων. Παρόλο που θεωρητικά το κράτος είναι ουδέτερο, στην ουσία του προασπίζει και συντηρεί τις ταυτότητες της δεσπόζουσας εθνικής ομάδας. Λειτουργεί στη γλώσσα της ομάδας αυτής, τα σχολεία του διδάσκουν την ιστορία, τα ήθη και τα έθιμα της, τα πανεπιστήμια του λειτουργούν κυρίως με ακαδημαϊκούς προερχόμενους από την ομάδα αυτή, και ο όλος χαρακτήρας του κράτους φιλτράρεται μέσα από την ιστοριογραφία της πλειοψηφίας. Δηλαδή, θέλοντας ή μη, το κράτος προωθεί τις ταυτότητες της πλειοψηφίας. Με άλλα λόγια, σπονσάρει την επιβίωση της δεσπόζουσας εθνικής ομάδας.

Η μειοψηφίες που δεν απολαμβάνουν την προώθηση των ταυτοτήτων τους από το κράτος, σταδιακά αφομοιόνονται. Αφομοίωση συμβαίνει όταν μια κουλτούρα ταυτίζεται με τις ταυτότητες μιας άλλης ομάδας, χάνοντας σταδιακά τις δικές της.

Αυτό που συνέβηκε στη Κυπριακή Μαρωνιτική Αραβική γλώσσα είναι κλασσικό παράδειγμα, αποτέλεσμα της αφομοιοτικής πολιτικής που επιδιώχθηκε από την Κυπριακή Δημοκρατία από το 60 και εντεύθεν. Η γλώσσα αυτή αγνοήθηκε από προηγούμενους προέδρους ως μια διάλεκτος των Αραβικών που ομιλήται από μερικούς ηλικιωμένους στα Μαρωνιτικά χωριά, για τη διατήρηση και την εκμάθηση της οποίας δεν άξιζε να επενδυθούν λεφτά. Η γλώσσα αυτή, αναπόσπαστο κομμάτι της ταυτότητας της κοινότητας, αφέθηκε στον σταδιακό αφανισμό της, εωσότου ήρθε η UNESCΟ η οποία ανάγκασε την Κυπριακή Δημοκρατία να πάρει μέτρα προς τη διατήρηση της.

Κάτι παρόμοιο συμβαίνει και με την ιστορία της κοινότητας, η οποία απολαμβάνει ελάχιστου χώρου στα ιστορικά βιβλία και ελάχιστου χρόνου διδασκαλίας, φιλτράροντας την μάλιστα μέσω της ιστοριογραφίας των Ελληνοκυπρίων. Για τη διδασκαλία της ιστορίας των μειονοτήτων της Κύπρου έχει γράψει εκτενώς ο ιστορικός Αντρίκος Βαρνάβα, του οποίου τη δουλειά όποιος ενδιαφέρεται μπορεί να βρεί στο διαδίκτυο.

Έχουμε δηλαδή το δεύτερο κρατούμενο. Ότι οι ταυτότητες της πλειοψηφίας συντηρούνται από το κράτος και ότι χωρίς ειδική μεταχείρηση, η αφομοίωση των μειονοτήτων οδηγεί στον σταδιακό αφανισμό τους.

Προχωράμε τώρα στην ουσία της συζήτησης: τι εννοούμε ειδική μεταχείρηση.

Ειδική μεταχείρηση είναι η μεταχείρηση αυτή που θα επιτρέψει στην Μαρωνιτική κοινότητα να αποκτήσει έλεγχο πάνω στη γη της, δικαίωμα ψήφου στη βουλή για θέματα που αφορούν αποκλειστικά την κοινότητα, δικαίωμα στη διδασκαλία της γλώσσας και τη διδασκαλία της ιστορίας της, καθώς και δικαίωμα στη λειτουργία των εκκλησιών της και στην άσκηση των θρησκευτικών δικαιωμάτων των μελών της.

Για να διεκδικηθούν αυτά τα δικαιώματα δεν αρκεί η καλή θέληση ούτε της Μαρωνιτικής κοινότητας ούτε  και των δυο πλευρών Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων. Χρειάζεται αφενώς η αναγνώριση της κοινότητας ως ισότιμη εθνική κοινότητα ταυτόσημη με τους Ελληνοκύπριους και τους Τουρκοκύπριους, και αφετέρου η αναγνώριση της ιστορικής αδικίας που αυτή έχει υποστεί κατά τη δημιουργία του συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Είναι μόνο βάση της αναγνώρισης της κοινότητας ως εθνική κοινότητα της Κύπρου που θα μπορέσει η ηγεσία της να διεκδικήσει τα προαναφερθέντα δικαιώματα. Η διεκδίκηση αυτών μπορεί να γίνει στα πλαίσια της ίσης μεταχείρισης των μελών της κάθε κοινότητας. Αν δηλαδή οι κοινότητες είναι ταυτόσημες ως προς τον χαρακτήρα τους, και δεδομένου ότι τα παιδιά των Ελληνοκυπρίων και των Τουρκοκυπρίων θα διδάσκονται την ιστορία και τη γλώσσα των κοινοτήτων τους στα κρατικά σχολεία, τότε στα πλαίσια της ίσης μεταχείρισης θα πρέπει να δικαιούται και η Μαρωνιτική κοινότητα να διεκδικήσει αντίστοιχα δικαιώματα.

Με άλλα λόγια τα δικαιώματα των Μαρωνιτών θα μπορούν να διεκδικηθούν μόνο μέσω της ρητής συνταγματικής αναγνώρισης της κουλτούρας τους ως ισότιμης των Ελληνοκυπρίων και των Τουρκοκυπρίων, στα πλαίσια του επιχειρήματος της ίσης μεταχείρισης των μελών της. Ελλείψει αυτού, η διατήρηση του υποτελούς χαρακτηρισμού της κοινότητας ως θρησκευτική ομάδα ή θρησκευτική μειονότητα, δε θα νομιμοποιεί το κράτος να προβεί σε οποιαδήποτε ειδική μεταχείριση πέραν της θρησκευτικής διάστασης, η οποία είναι ήδη λίγο-πολύ διασφαλισμένη.

Η δεύτερη διεκδίκηση, η αναγνώριση δηλαδή της ιστορικής αδικίας που έχει υποστεί η Μαρωνιτική κοινότητα, τίθεται ως εναλλακτική της πρώτης στρατηγικής, εκείνης της συνταγματικής αναγνώρισης. Αν, δηλαδή, για λόγους πέραν του ελέγχου της κοινότητας η συνταγματική της αναγνώριση δεν καταστεί δυνατή, τότε κάποιες από τις προαναφερθείσες διεκδικήσεις μπορούν να προβληθούν στα πλαίσια πολιτικών που έχουν στόχο την απάλυνση των αρνητικών συνεπειών της ιστορικής αδικίας που έχει υποστεί η κοινότητα. Στη γραμματεία της πολυπολιτισμικότητας αυτό ονομάζεται compensations for historical injustice.

Έχουμε δηλαδή το τρίτο κρατούμενο. Ότι για να διεκδικηθούν τα αυτονόητα δικαιώματα της κοινότητας χρειάζεται η συνταγματική της αναγνώριση, πάνω στην οποία θα βασιστούν οι διεκδικήσεις στα πλαίσια της ισότητας των μελών των εθνικών μειονοτήτων. Παράλληλα, πρέπει να επιδιωχθεί και η επιβεβαίωση της ιστορικής αδικίας που υπέστησαν οι Μαρωνίτες ως εναλλακτική πηγή διεκδίκησης των προαναφερθέντων δικαιωμάτων.

Προχωράμε τώρα στη συγκεκριμενοποίηση των διεκδικήσεων για να δούμε κατά πόσο αυτές είναι εφικτές. Η διεκδίκηση της συνταγματικής αναγνώρισης της Μαρωνιτικής κοινότητας δε σημαίνει την ταυτόσημη μεταχείρισή της με τις δυο εθνικές ομάδες. Με άλλα λόγια δεν πρέπει να περάσει η εντύπωση ότι αυτό που διεκδικεί η κοινότητα είναι ένα μοντέλο τριζωνικής τρικοινωτικής ομοσπονδίας.

Δεδομένης λοιπον της λεπτής θέσης της κοινότητας, πρέπει να υπάρξει προσοχή ούτως ώστε οι διεκδικήσεις της να μην ερμηνευτούν ως τροχοπέδη στις συνομιλίες. Γι’ αυτό μια από τις διεκδικήσεις της κοινότητας θα μπορούσε να ήταν όπως αυτή παραμείνει μέρος της Ε/Κ κοινότητας, αλλά υπό ένα ειδικό καθεστώς που θα της διασφαλίζει πρόσβαση στα δικαιώματα που αναφέρθηκαν πιο πάνω.

Στα πλαίσια αυτού του ειδικού καθεστώτος η κοινότητα μπορεί να ζητήσει τη συμπλεγματοποίηση των Μαρωνίτικων χωριών, όπου όλοι οι Μαρωνίτες θα μπορούν να εκλέγουν από κοινού την ηγεσία τους. Εναλλακτικά, και δεδομένου ότι δεν έχουμε γνώση του εδαφικού διακανονισμού, μπορεί να ζητηθεί όπως τα Μαρωνίτικα χωριά τεθούν υπό ομοσπονδιακή διοίκηση.

Η συμπλεγματοποίηση των χωριών είναι σημαντική ούτως ώστε να προωθηθεί η κοινότητα ως ενιαία και να μπορέσει να γίνει κεντρικός σχεδιασμός σχετικά με τις επιδιώκομενες πολιτικές και τον τρόπο όπως αυτές μπορούν να εφαρμοστούν.

Στα πλαίσια της συμπλεγματοποίησης θα πρέπει να αποσαφηνιστούν οι αρμοδιότητες που θα έχει η κοινότητα σε σχέση πάντα με τις δυνατότητές της — κυρίως τις οικονομικές και τις διαχειριστικές. Για να γίνει όμως αυτό χρειάζεται διαβούλευση μεταξύ των μελών της κοινότητας καθώς και η βεβαιότητα ότι η επιδιωκόμενης οδός εκφράζει την κοινή βούληση της πλειοψηφίας των Μαρωνιτών.

Δυστυχώς η ευτυχώς η κοινότητα βρίσκεται σε ένα ιστορικό σταυροδρόμι που θα καθορίσει το μέλλον της. Η απόφαση δεν μπορεί να αναβληθεί ούτε και θα μπορεί να αναστραφεί εκ των υστέρων. Οι επιλογές είναι δυο: η σταδιακή συνέχιση της αφομοίωσης που λαμβάνει χώρα, ή η διεκδίκηση δικαιωμάτων και πόρων για ένα καθεστώς μερικής αυτονομίας που θα επιτρέψει τη διατήρηση, την προώθηση και την εξέλιξη των ταυτοτήτων της κοινότητας.

Πριν ολοκληρώσω θέλω να τονίσω ότι η θέση στην οποία βρίσκεται η Μαρωνιτική κοινότητα δεν αποτελεί παγκόσμια πρωτοτυπία όπως αρεσκόμαστε να λέμε στην Κύπρο. Είναι παγκόσμιο φαινόμενοι οι ιστορικές εθνικές μειονότητες να διεκδικούν ειδική μεταχείρηση — στα αγγλικά αυτό ονομάζεται group differentiated rights for national minorities.

Αντιλαμβάνομαι ότι οι ανησυχίες είναι πολλές και εύλογες. Όμως το δεδομένο παραμένει: με την πρόταση αυτή η κοινότητα δεν ζητά τίποτε περισσότερο απ’ ότι διασφαλίζουν διεθνείς συνθήκες — δηλαδή, την ισότιμη μεταχείρηση των μελών της και το δικαίωμα τους στην επιβίωση της κουλτούρας τους.

[*] Εθνικές και εθνοτικές μειονότητες είναι όροι που χρησιμοποιώ εναλλάξ αναφερόμενος σε “national minorities”.

Σταθμισμένη ψήφος. Είναι δημοκρατική;

Ένας από τους λόγους που πολλοί αντιτίθενται στη λύση βάση του μοντέλου Διζωνικής, Δικοινοτικής, Ομοσπονδίας, είναι ότι αυτή παραβιάζει την αρχή του “ένας άνθρωπος μια ψήφος” και ως εκ τούτου είναι αντιδημοκρατική.Το σύνηθες επιχείρημα είναι ότι η λύση ΔΔΟ εξισώνει τη μειοψηφία με την πλειοψηφία.

Ας δούμε τα δυο αυτά θέματα: την ουσία του αξιώματος “ένας άνθρωπος μια ψήφος” και τον ισχυρισμό ότι δίδοντας περισσότερο βάρος στη ψήφο μειονοτήτων καταργούμε τη δημοκρατία.

Σε ομόσπονδα κράτη, όπως και στα ενιαία, κάθε άνθρωπος έχει μια ψήφο. Χώρες που δεν παρέχουν δικαίωμα ψήφου σε όλους τους πολίτες τους, δεν μπορούν να αποκαλούνται δημοκρατικές. Το ερώτημα είναι κατά πόσο όλες οι ψήφοι θα έχουν την ίδια βαρύτητα.

Για παράδειγμα στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής η ψήφος των πολιτών έχει διαφορετική βαρύτητα αναλόγως του πληθυσμού της κάθε πολιτείας. Στις ΗΠΑ οι πολίτες ψηφίζουν αντιπροσώπους που με τη σειρά τους ψηφίζουν τον πρόεδρο και τον αντιπρόεδρο.

Για την εκλογή προέδρου και αντιπροέδρου υπάρχουν 270 διαθέσιμες ψήφοι, οι οποίες κατανέμονται σε κάθε πολιτεία βάση του πληθυσμού της, με τις μικρότερες πολιτείες να παίρνουν περισσότερες ψήφους από αυτές που πληθυσμιακά τους αναλογούν.

Η πολιτεία του Wyoming, για παράδειγμα, έχει περίπου 143,000 ψηφοφόρους και της αναλογούν 3 αντιπρόσωποι, σε αντίθεση με μεγαλύτερες πολιτείες, όπως η Νέα Υόρκη, η Φλώριδα και η Καλιφόρνια, όπου κάθε αντιπρόσωπος χρειάζεται περίπου 500,000 ψήφους για να εκλεγεί.

Ο λόγος είναι απλός: αν όλες οι πολιτείες λάμβαναν την ίδια αναλογία πληθυσμού με ψήφους αντιπροσώπων, τότε οι μικρότερες πολιτείες, λόγω μεγέθους, θα έμεναν χωρίς ουσιαστική πολιτική εκπροσώπηση, έρμαιο στα συμφέροντα των μεγαλυτέρων πολιτειών που θα αποφάσιζαν γι’ αυτές.

Κάτι παρόμοιο συμβαίνει και στην Ευρωπαϊκή Ένωση στο πλαίσιο του οποίου ευνοείται και η Κύπρος. Αν οι θέσεις στο Ευρωκοινοβούλιο διαμοιράζονταν βάση πληθυσμού — αν δηλαδή η ψήφος των Κυπρίων και των Γερμανών πολιτών είχαν την ίδια βαρύτητα — τότε η Κύπρος ενδεχομένως να μην είχε θέση στο ευρωκοινοβούλιο. Το γεγονός ότι έχουμε έξι Κύπριους ευρωβουλευτές οφείλεται στην υιοθέτηση του συστήματος της φθίνουσας αναλογικότητας, όπου δίδεται επιπλέον βαρύτητα στην ψήφο των μικρότερων χωρών. Η ψήφος του καθενός μας έχει περισσότερη βαρύτητα από τη ψήφο του κάθε Γερμανού πολίτη. Ελλείψει αυτού, η Κύπρος δε θα είχε ουσιαστική εκπροσώπηση στο ευρωκοινοβούλιο.

Είναι όμως η στάθμιση αυτή δημοκρατική; Εξαρτάται από τον ορισμό που προσδίδει ο καθένας στη δημοκρατία. Αν ακολουθήσουμε τη σύγχρονη αντίληψη η οποία είναι εναρμονισμένη με τις συνθήκες της εποχής μας, η δημοκρατία είναι αλληλένδετη με τα πολιτικά δικαιώματα. Ο λόγος που επιβάλλεται να υπάρχει η στάθμιση ψήφου στην Κύπρο, όπως και σε πολλές άλλες ομοσπονδίες αλλά και σε διεθνείς οργανισμούς, όπως την ΕΕ, είναι ότι χωρίς αυτή οι μειονότητες και οι μειοψηφούντες ομάδες δε θα είχαν πρόσβαση στα ίδια πολιτικά δικαιώματα με τις πλειοψηφίες.

Χρειάζεται δηλαδή να ληφθούν κάποια επιπλέον μέτρα που θα ισχύουν αποκλειστικά για τις μειονότητες, ούτως ώστε να διασφαλιστεί ότι τα μέλη μειοψηφούντων ομάδων απολαμβάνουν την ίδια πρόσβαση στην κουλτούρα τους όπως τα μέλη της δεσπόζουσας κοινωνικής ομάδας, τους οποίους η γλώσσα, τα ήθη, έθιμα και ιστορία λαμβάνουν προνομιακής μεταχείρισης.

Ως εκ τούτου, το “ένας άνθρωπος μια ψήφος” χωρίς στάθμιση είναι αντιδημοκρατικό καθώς αφήνει τις μειονότητες έρμαιο της πλειοψηφίας, όπου «οι πολλοί» αποφασίζουν για τους εαυτούς τους αλλά και για τις ζωές των άλλων.

What is nation-building? Rousseau might have the answer

We do not live in monocultural states. Our modern states are multicultural and include people with different life-plans, comprehensive doctrines, and perceptions of the good-life. As such, the concept of the nation-state is outdated and so are nation-building policies. If ever states were monocultural, they no longer are. Now states are multinational. But how did the now outdated idea of the nation-state came about? By reading the philosopher Jean-Jacques Rousseau we can get an insight into the thinking that established what we today describe as nation-building policies.

The state and the nation are two concepts that have been combined, creating the modern understanding of the nation-state. The theoretical origins of the nation-state are found in Rousseau’s idea of the general will. Rousseau, in the Social Contract, writes:

So long as several men united consider themselves a single body, they have but a single will, which is concerned with their common preservation, and the general welfare.

Rousseau revolutionised the relationship between individuals and authority. The authority lay in the will of the people, and not on the will of a king or a despot. The concept of the “general will” is the self-rule of the people. The people are the state and the state reflects the will of the people. When understanding the state as the embodiment of the general will of the people, those who deviate from the popular will, are challenging the state, and diversity of wills is threatening the welfare of the state, and in effect, the well-being of the people. Rousseau explains what happens when the general will is undermined:

When the social knot begins to weaken; when particular interests begin to make themselves felt and small societies to influence the larger society, the common interest diminishes and meets with opposition, votes are no longer unanimous, the general will is no longer the will of all, contradictions and disagreements arise, and the best opinion no longer carries the day unchallenged.

Therefore, according to Rousseau, the people are the state, and when the prevailing view of the common good is challenged the state is in jeopardy. This is so, because the state is the nation and the nation embodies in itself a shared understanding of the good. The state therefore, is aligned with the nation, and it encompasses the values and life-plan of the dominant cultural/national/ethnic group. This is why measures need to be taken in order to safeguard the general-will. Those measures are what we today call “nation-building,” which is the cultivation of a common set of values, ideals and conceptions relevant to a common polity.

The communal aspect of Rousseau’s understanding of the state is described in the final parts of Emile, where he provides a reformulation of the political theory advanced in the Social Contract. Rousseau might have been a social contract theorist, but his idea of the contract amongst individuals is communal rather than atomistic. This is obvious through his definition of the body-politic which, as he describes, is the outcome of the contract.

Each of us puts his goods, his person, his life, and all his power in common under the supreme direction of the general will, and we as a body accept each member as a part indivisible of the whole.

Rousseau understood that the development of the consciousness of the “general will” was not a straightforward affair and so he introduced the concept of the lawgiver in the Social Contract. The lawgiver is an imaginary perfect man, whose role is to help individuals evolve from the state of nature and enter into a social contract; in effect, the lawgiver is the deus ex machine which shows people (the members of a future common state) their common identity and shared interests. The lawgiver will transform the individual from a solitary being, to a member of a community. That community is the state. There is no public space beyond the state. The only alternative to the state, according to Rousseau, is the family, which, as it is demonstrated in the raising of Emile, provides the moral capacities necessary for the participation to the public sphere.

Once the body-politic has been identified as the nation and the state as the embodiment of the nation, it is easy to understand how the modern understanding of the state as a nation-state emerged. Now, I shall proceed to address the methods employed for the maintenance of the state; methods that have become known as nation-building measures or techniques.

The most lucid description of nation-building comes from the political historian Eric Hobsbawm, who describes nation-building as “a set of practices, normally governed by overtly or tacitly accepted rules and of a ritual or symbolic nature, which seek to inculcate certain values and norms of behaviour by repetition, which automatically implies continuity with the past.”

The historian Eric Hobsbawm
The historian Eric Hobsbawm

According to Hobsbawm’s version, nation-building relies upon invented traditions; upon the idea that the members of a collective are bounded by a historical and cultural past, whose continuity is maintained through time, and as a result, its continuity to the future is necessary for the maintenance of the self-image of the individual, which is directly related to that of the nation.

Nation-building cannot be defined as a specific set of policies aimed at the maintenance of a sense of commonness, since different states have promoted different policies of cultivating a sense of common belonging. Therefore, to reduce the concept of nation-building to a set of practices, would be to open the doors for disagreements over its exact nature.

I take nation-building to be the state-sponsored promotion of policies whose aim is to promote the initial point of commonness of a collective and invent further points of intersection. I claim that the foremost feature of nation-building is to promote the initial point of reference, because, as Tamir rightly argues, one collective cannot declare itself as a nation merely based on the will of its members.

Nationhood derives from something common like religion, history, language or traditions; as such, nation-building is the promotion of one of these features and the invention of new ones. Predominantly, the main aim of a nation-building policy, as Tamir explains, is to “to create the illusion of a ‘natural’ unit with a long, mostly glorious history and a promising future.”

Ζώνες και αποκλειστικά δικαιώματα

Δημοσιεύτηκε στο Φιλελεύθερο (31/9/15) και την Καθημερινή (8/9/15)

Η Διζωνική Δικοινωτική Ομοσπονδία είναι το συνταγματικό μοντέλο πάνω στο οποίο θα βασίζεται η οποιαδήποτε επικείμενη λύση. Η Διζωνικότητα είναι το πλέον αμφιλεγόμενο κομμάτι του υπό διαπραγμάτευση συνταγματικού μοντέλου, καθώς εξασφαλίζει στην κάθε κοινότητα συγκεκριμένα εδαφικά δικαιώματα. Δηλαδή, οι δυο κοινότητες, οι οποίες εκ των πραγμάτων είναι εθνικά διαχωρισμένες, θα ορίζουν διαφορετικές γεωγραφικές περιοχές.

Άτομα και πολιτικά σύνολα που διαφωνούν με τη διζωνικότητα, όπως για παράδειγμα η ΕΔΕΚ, ισχυρίζονται ότι η διζωνικότητα δεν υφίσταται ως πολιτικός όρος, και ότι η Κύπρος χρησιμοποιείται ως πειραματόζωο στα πλαίσια υλοποίησης ενός ρατσιστικού γεωγραφικού διαχωρισμού με βάση τις εθνικές ταυτότητες.

Οι υπερασπιστές της άποψης αυτής προβαίνουν στο εξής στοιχειώδες λάθος: παρόλο που ο όρος διζωνικότητα δεν χρησιμποιείται ευρέως, στην ουσία του δεν διαφέρει από άλλες μορφές εδαφικών δικαιωμάτων όπως εφαρμόζονται σε χώρες της δύσης. Για του λόγου το αληθές, παρακάτω παραθέτω παραδείγματα εδαφικών δικαιωμάτων όπως εφαρμόζονται στην Αυστραλία και τον Καναδά.

Στην Αυστραλία, 417,318 τετραγωνικά χιλιόμετρα γης ελέγχονται αποκλειστικά από τον αυτόχθονα πληθυσμό της χώρας. Οι αυτόχθονες απολαμβάνουν αποκλειστικά δικαιώματα πάνω στη γη των προγόνων τους ως αντίβαρο των κακουχιών που υπέστησαν κατά την περίοδο της αποικιοκρατίας. O νόμος του 1976 για τα Δικαιώματα των Αυτοχθόνων στη Γη, ρυθμίζει την πώληση γης που κατέχουν οι αυτόχθονες, φροντίζοντας ότι η γη θα παραμείνει στα χέρια του πληθυσμού αυτού. Έχουν, δηλαδή, αποκλειστικά δικαιώματα πάνω στη γη τους, τα οποία δεν παρέχονται στους υπόλοιπους Αυστραλούς, παρόλο που είναι ίσιοι πολίτες του κράτους.

Άλλο παράδειγμα δυτικής χώρας με εδαφικά δικαιώματα είναι η επαρχία Κεμπέκ στον Καναδά. Οι Κεμπεκουά (κάτοικοι του Κεμπέκ) απολαμβάνουν δικαιώματα αυτοδιάθεσης εντός της γεωγραφικής ζώνης που ελέγχουν, παρόλο που αυτή (η επαρχία τους) είναι μέρος του Καναδικού κράτους. Το Κεμπέκ, σε αντίθεση με τον υπόλοιπο Καναδά, είναι γαλλόφωνο και καθολικό, και οι κάτοικοί του, οι Κεμπεκουά, θεωρούν ότι απειλούνται από την αγγλοσαξωνική κουλτούρα της υπόλοιπης χώρας. Γι’ αυτό ζητούν επιπλέον δικαιώματα εντός της γεωγραφικής ζώνης ελέγχου τους, ούτως ώστε να διασφαλίσουν την επιβίωση του χαρακτήρα της κουλτούρας τους. Για παράδειγμα, στο Κεμπέκ οι δημόσιες πινακίδες επιβάλλεται να είναι τυπωμένες στα γαλλικά. Επίσης, τα δημόσια σχολεία επιβάλλεται να έχουν ως κύρια διδακτέα γλώσσα τα γαλλικά, έστω στην πλειοψηφία τους οι Καναδοί είναι αγγλόφωνοι. Τα αποκλειστικά αυτά δικαιώματα δεν έχουν σκοπό να μειώσουν τα δικαιώματα των υπόλοιπων Καναδών στο Κεμπέκ, αλλά να διασφαλίσουν τα δικαιώματα των Κεμπεκουά σε σχέση με την επιβίωση της εθνικής τους ομάδας.

Τα παραδείγματα των αυτόχθονων στην Αυστραλία και των Κεμπεκουά στον Καναδά, δείχνουν ότι χώρες με ιδιαίτερα ανεπτυγμένη δημοκρατική κουλτούρα παρέχουν ειδικά δικαιώματα σε υποομάδες του πληθυσμού τους, πολλά από τα οποία έχουν εθνικό και γεωγραφικό προσδιορισμό.

Φωτογραφία από εδώ

Είναι η ΔΔΟ ρατσιστική;

Δημοσιεύτηκε στον Πολίτη, στο Φιλελεύθερο στις 17 Αυγούστου 2015 και στην Ομάδα Κύπρος 

Τα επιχειρήματα εναντίον της ΔΔΟ ως συνήθως αναπτύσσονται στα πλαίσια του αντιρατσισμού. Οι υπερασπιστές τους ισχυρίζονται ότι είναι ρατσιστικό να υπάρχουν εθνικοί διαχωρισμοί στις κρατικές δομές. Υποστηρίζουν ότι δεν νοείται εθνικές ομάδες να έχουν αποκλειστικά δικαιώματα με γνώμονα μόνο την εθνική τους ταυτότητα. Έχουν δε ιδιαίτερο πρόβλημα με τη διζωνικότητα, αφού ισχυρίζονται ότι με το να δίδονται εδαφικά δικαιώματα στις δυο κοινότητες, περιορίζονται οι ατομικές ελευθερίες των πολιτών.

Τα επιχειρήματα αυτά βασίζονται σε ελλειπείς και λανθασμένες πληροφορίες, καθώς παρανοούν τη φύση των εν λόγω εδαφικών δικαιωμάτων. Οι επικριτές της διζωνικότητας δεν αντιλαμβάνονται ότι η ελευθερία διακίνησης και εγκατάστασης των πολιτών, ανεξαρτήτως εθνικότητας, δεν περιορίζεται, καθώς όλοι οι Κύπριοι θα μπορούν να διακινηθούν και να ζήσουν ελεύθερα στις περιοχές που ελέγχονται από τη μια ή την άλλη εθνική ομάδα. Η μόνη διαφορά είναι ότι θέματα τοπικής αυτοδιοίκησης θα άπτονται των αρμοδιοτήτων της μιας ή της άλλης κοινότητας.

Ας εξετάσουμε όμως τον ακρογονιαίο λίθο της αντίθεσης στη Διζωνική, Δικοινωτική, Ομοσπονδία: το επιχείρημα ότι είναι ρατσιστική.

Οι θιασώτες αυτής της άποψης παραθέτουν δυο επιχειρήματα εναντίον της ΔΔΟ, την οποία παρουσιάζουν ως ρατσιστική: (α) ότι ο Μαντέλα στον αντιρατσιστικό του αγώνα απέρριψε τις ζώνες καθώς θα διαχώριζαν ρατσιστικά τον πληθυσμό, και (β) ότι δεν νοείται εν έτει 2015 να παρέχουμε πρόσβαση σε πολιτικά δικαιώματα βάση εθνικών ταυτοτήτων. Το πρώτο επιχείρημα συγκρίνει ανόμοιες καταστάσεις και ως εκ τούτου είναι λανθασμένο. Το δεύτερο είναι μεν πιο πειστικό, αλλά αγνοεί τις πραγματικότητες και παρουσιάζει μια μη-επιλογή ως την επιδιωκόμενη μορφή (μη-) λύσης.

Ο Μαντέλα απέρριψε τον διαχωρισμό σε ζώνες. Ορθά έπραξε καθώς ήταν ρατσιστικός. Βασιζόταν σε φυλετικές διακρίσεις αποκλείοντας τους μαύρους από τις περιοχές των λευκών. Στην περίπτωση της Κύπρου δεν μιλάμε για τέτοιες παροχυμένες και βιολογικά-ορισμένες ταυτότητες όπως είναι η φυλή, και ως εκ τούτου η σύγκριση με τη Νότια Αφρική είναι άτοπη. Στην Κύπρο, σε αντίθεση με τις ζώνες της Ν. Αφρικής, θα υπάρχουν κοινά πολιτικά δικαιώματα διασφαλισμένα από το κοινό κράτος, και οι εξουσίες που θα έχει η κάθε κοινότητα στις ζώνες που θα ελέγχει, σε καμία περίπτωση δε θα καταπατούν τα ατομικά πολιτικά δικαιώματα των Κύπριων πολιτών.

Η δεύτερη κριτική είναι πιο πειστική. Πως γίνεται εν έτει 2015 να διαχωρίζουμε τις εξουσίες του κράτους και την πρόσβαση σε πολιτικά δικαιώματα με βάση τις εθνικές ταυτότητες; Είναι γεγονός ότι οι εθνικές ταυτότητες είναι παρωχημένες. Οι άνθρωποι πλέον έχουν πρόσβαση σε μεγαλύτερο όγκο πληροφοριών και έρχονται σε επαφή με ιδέες και άτομα έξω και πέραν από τον κύκλο της εθνικής τους ομάδας. Ποια είναι όμως η εναλλακτική που προτείνεται; Η εναλλακτική λύση, η οποία όμως είναι ανέφικτη και άρα δεν αποτελεί επιλογή, είναι να επιδιώξουμε ένα ενιαίο κράτος, όπου όλοι οι πολίτες θα ψηφίζουν από κοινού την πολιτική τους ηγεσία. Δηλαδή να επιστρέψουμε σε ένα κράτος παρόμοιο με εκείνο του 1960, το οποίο αφενώς απέτυχε και αφετέρου δεν υπάρχει περίπτωση να το στηρίξουν οι Τουρκοκύπριοι.

Οι φόβοι και οι ανησυχίες για το άγνωστο της μελλοντικής λύσης είναι λογικές και οφείλουν να συζητηθούν. Η κάθε συζήτηση όμως πρέπει να γίνεται στα πλαίσια του τι ενδέχεται να γίνει αποδεχτό από τις δυο κοινότητες, έντιμα και ρεαλιστικά, χωρίς συγκεκαλυμμένες αντιρρήσεις και ανέλπιδους ευσεβοποθισμούς.

The precariousness of ‘gig’ economy

The article “New ‘gig’ economy spells end to lifetime careers” published in the FT by Mr John Gapper, romanticizes precarious employment and caricatures the notion of stable employment, despite the author’s best intentions to balance the benefits and the worries generated by ‘gig’ economy.

Precarious employment is often characterised by lack of healthcare and pension benefits (briefly mentioned in the article) and by the inability of the part-timer and/or the contractor to make long-term plans. How can one lead a life worth living if temporariness is a constant and major source of insecurity?

The article not only discounts the adverse effects of precarious employment, it also caricatures stable employment by reducing it to the concept of “lifetime careers.” The opposite of precarious employment is not what is exemplified through the case of the bank clerk provided in the article where a lifetime career becomes synonymous to boredom, routine and undue permanence. Rather, the opposite of precarious employment is stable employment with access to labour rights. The following three points provide a brief outline of the rights that are often absent from the ‘gig’ employment described by Mr. Gapper.

If the employee holds her own end of the bargain by fulfilling all the terms of her employment to a satisfactory degree, then she must be able to retain her position for (at least) the mid-term. If she cannot retain the job for reasons unrelated to her performance, then enough notice should be given to enable her to make alternative arrangements, thus minimizing the stress of the precariousness involved in leaving what was considered secure employment.

Employment should be seen as a right that generates self-esteem. The absence of employment or the precariousness of employment has detrimental effects to the well-being of individuals. The stability of employment arrangements should thus be of utmost interest to policy makers and subject to regulation.

Stable employment does not mean permanent employment. The model of lifetime career seen through the prism of permanence is grossly outdated and does not reflect the realities and the fluidities of our era. The key to stable employment is its emphasis on rights. People should not be discouraged from seeking new career paths or exploring new avenues. Rather, they should be encouraged to do so whilst ensuring that two kinds of rights are maintained. Firstly, the right to employment of those who want to lead a more stable working life, and secondly, the access to rights – particularly access to high quality healthcare and pension benefits – to those with more fluid employment arrangements, thus ensuring that the ‘gig’ employment lifestyle is a product of choice and not of exploitation or coercion.

Etiquette on Outsider Commentators on #Greece

Should people who live outside of Greece express strong opinions on whether Greece should stay or exit the eurozone? I, for one, feel that I am not entitled to express such strong opinions. Having a strong opinion, of course, is one thing. Expressing it, is another. I object to the second, and this is why in all my encounters and discussions about Greece, I apologetically provide caveats of my privileged position in this debate.

Outsider opinions tend to take two formats. They are either opinions expressed by experts who live and work outside of the country, or opinions expressed by laypersons. Both kinds of opinions are useful; the expert helps structure and crystallise a debate, and the layperson provides an outsider’s perspective.

The picture is far from rosy, of course. Experts are not abstract beings. They are part of a system, and their position within that system generates authority, which asserts their privilege. It is thus not unlikely to encounter experts who reinforce the institutional structures that generate their privilege, often at the expense of the truth. Likewise, the opinions of outsider laypersons can be driven and shaped by media with private interests, or by the aforementioned experts. Given that no issue is purely domestic, the influence that outsider laypersons have on their elites can, in turn, affect the internal discussion in Greece.

That being said, having an opinion and expressing it should never be discouraged. The question is how strongly should an outsider express such an opinion? Let me give you my qualified opinion on the Greek question to illustrate what I mean.

I want Greece to exit the eurozone. I think the Greek issue is primarily a matter of intergenerational injustice. The Greeks should stop irresponsibly forwarding debt on future generations. Also, I happen to believe that a grexit is the most painful but also the only way for Greece to recover in less than three generations.

In this debate I am not an uninterested bystander, and neither are the rest of the outsiders who comment on Greece. If Greece pursues a grexit and succeeds, it would provide a much-sought alternative to the destructive austerity politics pursued by western governments, which will support my argument. If Greece exits the eurozone and fails to recover I have next to nothing to lose. Worst case scenario, many Greek economic migrants will move to my home country, Cyprus.

If Greece becomes a failed state by pursuing my advice, then the Greek people will have everything to lose. This asymmetry of power, where I can express an opinion that has little to no impact on me but massive impact on others, makes me uneasy.

We need to listen to the Greek people. To stop deciding about them, without them — at a technocratic level, locked behind closed doors, with privileged white people negotiating their fate in marathon meetings with impaired mental faculties due to lack of sleep.

All of us who write and express opinions, either expert or  personal, we need, firstly to acknowledge our privilege and modify our interventions and our tone accordingly. Secondly, we need to listen to the people whose lives are going to change by the decisions we support or condemn, factoring in our analysis their fears and concerns. Thirdly, we need to address them, to talk to their hopes and worries, rather than to exchange articles about them. Finally, we need to give them space and information, to enable them to form a judgement based on satisfactory knowledge of the competing options and their respective costs.

Tsipras lost me before the #Greferendum, but it’s not completely his fault

Published in the Cyprus-Mail under the title “Why I can no longer support Tsipras,” July 12th, 2015

On Saturday, a day before the referendum, I argued that I will no longer be supporting Tsipras even though I was in favour of the NO vote. Having read the Greek government’s latest proposals to their creditors, as they were submitted on Thursday night, I stick to my view.

These are the five reasons I gave that explain why I no longer support Tsipras and his government.

  1. He called people to vote on a document that was no longer on the table.
  2. The consequences of either option were not clear and not adequately discussed — thus weakening his argument that a referendum was the democratic thing to do.
  3. Tsipras and his officials were promising what they could not deliver: that a deal would be secured and that the banks would reopen within 48 hours — neither of which materialised, as it turned.
  4. I predicted that he would accept whatever is put in front of him, a product of his grossly diminished bargaining power, which would be marketed to the Greek people as a success.
  5. His failure would impede the momentum of leftist movements across Europe.

I could — and to be honest, I still cannot — make sense of his negotiating tactics. Why adopt such a confrontational rhetoric if the underlying agenda is to remain in the Eurozone? It only makes sense to call your creditors terrorists, if you want to show them the finger. If not, and irrespective of whether they act as terrorists or not, you should adopt a stance that will eventually allow for an agreement.

The moment of shock for me was when the FT leaked the emergency proposal that was submitted by Greece right before it defaulted on its IMF debt, on June 25th. The proposal accepted the very terms that the Greek people were called to reject a week later. It was nothing short of embarrassing to see a government concede defeat like that, showing their cards and making obvious that membership to the eurozone would be pursued at all costs. It was at that point that all hope was lost. The outcome of the referendum was, if not irrelevant, then of considerably diminished importance.

And here we are, Thursday evening with the Greek government submitting a proposal for another three years of austerity, with cuts that will run deeper than those rejected by the Greek people with their NO vote.

The idea of the referendum, by the way, was not a bad one. More democracy is never a bad idea provided that there is a clear choice and access to information, neither of which were available in the case of the Greek referendum. But in general, treating people like adults and asking them to own their choices is the way to go.

If we accept Tsipras’ democratically-driven defence for the referendum, then we are faced with a paradox: if the Greek people overwhelmingly opposed the destructive austerity politics that caused the humanitarian crisis in Greece, then on what grounds is it legitimate for Tsipras to propose even more austerity measures which will be more severe than before? Isn’t Tsipras going against the democratic mandate that the Greek people have generously given him on Sunday?

Not quite. Tsipras’ campaigning leading to the referendum was based on the promise that he wouldn’t leave the eurozone. A strong NO would strengthen his bargaining power, was the mantra used. Naive as it may be, the Greek people who supported it bought it. Few were those who advocated for a Grexit.

Alas, to be fair to Tsipras, one should not rush to put the blame solely on him. What we witness is not Tsipras turning into Samaras, but rather, Tsipras trying to balance the irreconcilable double mandate that he received; namely, less austerity and membership to the eurozone. The two, as Alex Andreou argued, are mutually exclusive.

But the story does not end here. Tsipras has not been elected as an abstract political actor who would implement whatever was demanded of him. Tsipras and his party represent the “radical left.” Granted, their policies have been less radical and more socialdemocratic, but whatever the case, they have an ideological axis that should constrain (if not guide) the type of policies that a radical left party can rightfully pursue.

If the option was to sacrifice the anti-austerity commitment in order to stay in the eurozone, Tsipras should either resign or proceed to another referendum, this time avoiding the idiotic mistakes of the last one. He should ask people to decide between the two mutually exclusive mandates. If, in the referendum, eurozone won over anti-austerity, then the only route left for a radical left candidate would be to resign.

Unfortunately Tsipras mishandled the negotiations, and is now proposing measures that would better suit his predecessor. In the meanwhile, his government has absolutely no bargaining power left in the negotiations.

Η έλλειψη δημοκρατικού διαλόγου στην Ελλάδα και τα ατυχή κυπριακά παραδείγματα

Το ελληνικό δράμα δείχνει για ακόμη μια φορά την αδυναμία των Ελλήνων να συζητήσουν πολιτισμένα και με επιχειρήματα θέματα κοινού ενδιαφέροντος για τα οποία υπάρχουν αντικρουόμενες απόψεις. Πριν την κορύφωση του δράματος, γίνονταν δημόσιες τοποθετήσεις που πρόδιδαν τις ανέλπιδες προσπάθειες των συγγραφέων τους να συγκαλύψουν τα πραγματικά τους πιστεύω, τα οποία υποκινούνταν όχι απο πολιτικά επιχειρήματα αλλά από τον κλασικό, εξόχως ελληνικό οπαδισμό. Τωρα που η Ελλάδα βρίσκεται στο τέλος του δρόμου ή στην αρχή του επομένου ή στο χείλος του γκρεμού (διάλεξε κλισέ βάση ομάδας), βλέπουμε τα ίδια άτομα που μάταια συγκάλυπταν τις οπαδικές βάσεις των πολιτικών τους τοποθετήσεων να δείχνουν — επιτέλους — τον πραγματικό τους εαυτό.

Απο τη μια έχουμε τη τρομολαγνεία του λαϊκίστικου “θα γίνουμε Σομαλία, ο πάτος είναι πολύ πιο κάτω”· όπου ο Τσίπρας παρουσιάζεται ως Παπανδρέου που κατάφερε να γίνει Τσάβες, που έρμαιο των ιδεοληψιών του καταφέρνει αυτό που πάντα ήθελε, την οριστική ρίξη με την ΕΕ. Η αφήγηση αυτή εργολαβικά παραβλέπει οτιδήποτε γράφεται απο έγκυρους αναλυτές που παρέχουν επιχειρήματα υπερ της αντίθετης άποψης. Η αντίθετη άποψη απορρίπτεται μέσω της αποδόμησης των εκφραστών της και όχι μέσω της επαφής με τα επιχειρήματα τους. Κλασικά παραδείγματα της πρακτικής αυτής είναι ο τρόπος που αντιμετωπίζεται η εξαιρετική οικονομολόγος Frances Coppola που παρουσιάζεται ως άτομο που εξυπηρετεί αλλότρια συμφέροντα, ο νομπελίστας Paul Krugman που φέρεται ως παρασυρόμενος απο τα πάθη που έχουν κυριεύσει τη λογική του, ο Paul Mason του Channel 4 που απλά θέλει να πουλήσει το νέο του βιβλίο και ο Άλεξ Ανδρέου που παρουσιάζεται περίπου ως σταλινικός.

Από την άλλη βλέπουμε τον κλασσικό αντιδυτισμό της αριστεράς (που μάθαμε να αγαπάμε) και τον ελληνικό ψευτοπαλληκαρισμό της ακροδεξιάς συγκυβέρνησης (που δε μάθαμε να φοβόμαστε αρκετά). Όπου οι διαφωνούντες παρουσιάζονται ως προνομιούχοι από την παράταση της μιζέριας του ελληνικού λαού, καθώς εμπίπτουν στην άρχουσα μειονότητα που τον απομυζεί, της οποίας τα συμφέροντα ευθυγραμμίζονται με των δανειστών, απόδειξη ότι οι κεφαλαιοκράτες είναι απάτριδες. Οι διαφωνούντες είναι εκ φύσης τους ριψάσπιδες και υποτακτικοί που προδίδουν το ελληνικό πνεύμα που θέλει τον έλληνα να πεθαίνει μαχόμενος και ενίοτε να νικά.

Οι δυο ομάδες συχνά παραθέτουν παραδείγματα απο την πρόσφατη κυπριακή ιστορία με τροπο όπως μόνο Έλληνες μπορούν. Αν κάτι χαρακτηρίζει την ελληνική προσέγγιση προς την Κύπρο είναι η άγνοια, η αδιαφορία και ο τυχοδιωκτισμός. Οι μεν παρουσιάζουν τον πρόεδρο Αναστασιάδη ως το success story, μη ξέροντας ή αγνοώντας ότι ο ίδιος και η οικογένεια του εμπλέκονται σε δεκάδες πρόσφατα σκάνδαλα, καθώς και ότι ο ίδιος προσωπικά έχει προβεί σε σειρά ατυχών διορισμών που δεν αρμόζουν στο (νεο)φιλελεύθερο προφίλ της προόδου με το οποίο τον ταυτίζουν. Οι δε αντιπαραβάλλουν το κυπριακό ΟΧΙ ενός αμφιλεγόμενου προέδρου που ήθελε την Κύπρο στην ΕΕ και την ευρωζώνη με το ΟΧΙ που σήμερα καλούν τους Έλληνες να υποστηρίξουν, αγνοώντας μάλιστα ή μη ξέροντας το πολιτικό κόστος του ΟΧΙ των Κύπριων (πχ το IPC). Εννοείται ότι καμία αναφορά δε γίνεται στα συμφέροντα των Κύπριων που καλούνται να χάσουν €600 εκατομμύρια ή 3% του ΑΕΠ τους από την επικείμενη ελληνική χρεοκοπία, τα οποία θα προστεθούν στα πέραν των €3δις που χάθηκαν με το ξεπούλημα των κυπριακών τραπεζών στην Ελλάδα.

Οι Έλληνες, τουλάχιστο οι opinion leaders που παρακολουθώ, αδυνατούν να εμπλακούν σε πολιτισμένο διάλογο. Δεν προσπαθούν να αντιληφθούν τις ανησυχίες που υποκινούν την αντίθετη γνώμη. Δεν έρχονται σε επαφή μαζί με τους εκφραστές αντίθετων πολιτικών απόψεων και αρνούνται να μπουν στα παπούτσια του άλλου και να αντιληφθούν τις ανησυχίες του, αποκλείοντας τον εκ προοϊμίου. Παρατάσσονται ο ένας απέναντι στον άλλο, ταμπουρωμένοι πίσω απο τα κλισέ, τις ιδεοληψίες και το φανατισμό τους. Θόρυβος χωρίς ουσία και έλλειψη δημοκρατικού διαλόγου παρόλη την υφιστάμενη δημοκρατική υποδομή.

If you object to the army, you should stay true to your convictions

Published in the Cyprus-Mail under the title “Army lessons from Socrates,” June 28th, 2015.

Should one support an immoral institution just because the law says so? What are the options available to those who are ideologically opposed to what is charitably called the Cyprus Army? In this article I address the brave young men of Cyprus who oppose militarism urging them to stay true to their conscience.

When one objects to serving in the army for reasons of conscience he has two options: to pay 50 euros and get a note from a shrink verifying that he is not fit for service, or to declare that he will disobey the law on the grounds of conscience, which is an inalienable right guaranteed by the European Court of Human Rights. Sadly, teenagers usually opt for the first option which is much more straightforward, albeit a cowardly one.

A great man who was killed by the people of Athens when he decided to object to an unjust law has already provided us with the reasons why we should follow our conscience. Fortunately for us today, following one’s conscience does not lead to imprisonment or death, since freedom of conscience is an internationally protected legal right. Now it’s a matter of challenging the Republic of Cyprus, of forcing it to adopt a non-punitive alternative service for those who do not want to partake in an institution that trains young men to kill fellow humans.

Let us consider the reasons why you should not go down the coward’s route, why you should stand up to your parents, to society’s expectations and ultimately, to the state; essentially, why you should follow Socrates’ route.

Socrates in the Apology is on trial for corrupting the youth, an allegation that was obviously false. The Apology is divided in two parts based on the public trials in classical Greece. In the first part, the decision of guilt or innocence is at hand; the accusers present their case against Socrates, and the latter responds in order to persuade the public, who are the ones that will vote in favour or against him. The second part comes after the accused is found guilty. It is during the second part that the sentence is decided upon, following another round of cross-examination.

In the first part of the Apology, Socrates did not seek to defend himself. Rather, he defended his way of life and philosophical inquiry, thus giving munition to his accusers, who were able to prove that the accusations were indeed true. In the latter part, after he was found guilty, he urged the court to sentence him to death. Socrates was subsequently sentenced to death through poison for his act of civil disobedience.

The state has laws and rules. These rules are not always correct. The individual is a moral being and as such has a duty to live by his or her conscience. When the directives of one’s conscience are at odds with the rules of the state, then one has a moral obligation to disobey the rules of the state and face the consequences for his or her disobedience. This is what Socrates did. He was warned about his way of life, which contradicted, as it turned, the established laws, but he refused to move away from his convictions, eventually paying for it with the highest of prizes.

Once Socrates was sentenced to death, he was imprisoned until his execution, which would take place upon the arrival of a ship from Delos. During that time, Socrates was visited by his old friend, Crito. The title of the Socratic dialogue that depicts this scene is titled after the name of his friend, Crito. Crito visited Socrates in order to persuade him to escape from prison and flee the city-state of Athens. A plan, orchestrated by Crito and supported by Socrates’ friends was in place, in order to facilitate Socrates’ escape. Socrates refused on the grounds that he owes his life to the city-state, in exchange for all that it has given him. Remember that Socrates loved Athens. He fought for Athens and only left it a handful of times throughout his life, and did not want to hurt it. If everyone escaped from prison, he argued, there would be no rule of law, and the foundations of the Athenian state, which he passionately loved, would be destroyed.

There is a paradox here. Socrates disobeyed the laws of Athens in the Apology, which eventually led to his death. His civil disobedience was based on the high-order authority of his conscience that led him to violate the law. According to the same moral authority — his conscience — the verdict reached by the court was unjust. The paradox is therefore expressed as follows: if he disobeyed an unjust law that led to an unjust verdict, why not escape from prison, in order to avoid the consequences of the aforementioned unjust verdict and save his life along the way? It is a paradox because in the Apology Socrates defends his disobedience, whereas in the Crito he refuses to disobey the verdict of the court. Why the double standards then?

Socrates’ explanation was that one has a duty to either persuade the state for an unjust law or face the consequences for disobeying that law. A law is unjust because it violates one’s conscience. But given that one chooses to live in a country, and benefits from what it has to offer, then one has a duty to try to persuade their fellow men and women to change the law. In case of failure to do so, then one needs to follow his conscience and disobey the law. Disobeying the law has consequences. Out of respect for what one is offered as a citizen of that state, he or she has a duty to obey the verdict of the court which, ideally, expresses the will of the people. In the case of classical Athens the court did express the will of the people, because, as said above, decisions were made in a direct-democratic setting through majoritarian decision-making.

What reasons, then, did Socrates give, to explain his refusal to escape? His main argument was that if he escaped, he would destroy the city for his part. Obviously, if one person escapes from prison, the harm is rather minimal; the society will still function, the laws would still apply, and one individual act will not destroy the society. What does for his part mean then? If everyone did the same thing — disobeyed the law and refused to face the consequences of his disobedience — then the society would, in fact, be destroyed, because its institutions rely on a daily-renewable contract between the citizen and the state; to ignore the decisions reached by the institutions is to destroy the state for your part, because you destroy the fabric that holds the institutions in place: your own end of the agreement.

The case of Socrates applies to the case of denying a mandatory army service on the grounds of conscience. Young objectors should challenge the state rather than opt for the easy way out. In doing so, they will improve the situation for themselves and for others, whilst staying true to their beliefs.

If you are a young man who objects to the enlisting in the army, firstly, you should be congratulated for having the courage to stand up against the norm. It’s always easy to do what everyone does, but it takes a great person to defy society’s norms and expectations. Secondly, you should read this (iordanou.org/blog/NG-vicitims-what-to-do/), which explains why the Republic of Cyprus cannot force someone who objects on the grounds of conscience to enlist in the army. Thirdly, you should start writing down the reasons why you object, along with possible responses to the obvious responses that you might receive. If you have reasons and courage, nothing can stand in your way.

Για το συνέδριο της ΕΔΕΚ

Στο συνέδριο της ΕΔΕΚ έγιναν και ψηφίστηκαν πολλά τα οποία θεωρώ ότι θα στοιχειώνουν το κόμμα για αρκετά χρόνια.

Τα θέματα που μονοπώλησαν το συνέδριο ήταν δυο:

  1. Η επικύρωση της απόφασης του Μαρίνου Σιζόπουλου να εξοντώσει πολιτικά τους αντιπάλους του περνώντας καταστατική πρόνοια για περιορισμό θητειών με αναδρομική ισχύ.
  2. Η απόρριψη του μόνου κοινά αποδεκτού από Ε/Κ και Τ/Κ συνταγματικού μοντέλου λύσης του κυπριακού, το οποίο μάλιστα είναι συνδεδεμένο με τα πλείστα ψηφίσματα των Ηνωμένων Εθνών, τα οποία η ΕΔΕΚ έχει για παντιέρα του αντικατοχικού της αγώνα.

Ο περιορισμός θητειών ήταν σωστή επιλογή. Η αναδρομική ισχύς του όχι. Παρόλο που ο περιορισμός θα συνδράμει στην πιο δημοκρατική λειτουργία του κόμματος (ας μην το ονομάσουμε “εκδημοκρατικοποίηση”), η αναδρομική ισχύς φαίνεται να έχει αλλότρια κίνητρα που εξυπηρετούν τα προσωπικά συμφέροντα της τωρινής ηγεσίας. Η απόφαση για τη ΔΔΟ ήταν βλακώδης, όπως και η ρητορική που την ακολούθησε — είναι αστείο να αποκαλείς όσους διαφωνούν με τη προσωπική σου θέση φιλο-ΝΑΤΟϊκούς και ρατσιστές.

Όμως, το πιο σοκαριστικό κομμάτι του συνεδρίου, που δείχνει και την έκταση του συντηρητισμού των συνέδρων, ήταν ότι το κόμμα που αυτοαποκαλείται ως σοσιαλδημοκρατικό, κόμμα χώρας-μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εν έτη 2015 συζήτησε σοβαρά την κατάργηση της ποσόστωσης για την ισότιμη συμμετοχή των γυναικών στα συλλογικά του όργανα.

Ξανά για εμπέδωση: 2015, σοσιαλδημοκρατικό κόμμα, ΕΕ, σοβαρή συζήτηση για την κατάργηση της ποσόστωσης για την ισότιμη συμμετοχή των γυναικών στα συλλογικά όργανα του κόμματος.

The metaphor of re-reading

These days I recall earlier times of my childhood, when I had few worries and plenty of free time. I remember summers when I was a teenager, lying on the floor of an air-conditioned room, reading books far too complicated for my age.

I re-read the same books years later, only to find out that my experiences have changed, that the text now conveys something completely different. This is hardly surprising. The books do not have an essence in themselves. They live and survive through the experiences of the reader, locked within the reader’s social context, awareness and framework of understanding.

Since then, I visit some books on a yearly basis, a pilgrimage of the secularly minded to the time that passes; a tribute to an earlier self, and a rite of passage to the future.

The ritualistic reading is reminiscent of the mother who draws lines on the kitchen wall to mark the ever increasing height of her child, documenting his transition into adulthood and her transition into whatever she is afraid. Every reading is another line on the kitchen wall, and every line is another step in a ladder that others have started before and others will continue after you go.

The UN and the EU should use their carrots to steer towards a multicultural solution

Published in the Cyprus-Mail under the title “Role upgrade needed for EU and UN,” May 21st, 2015.

Greek- and Turkish-Cypriots have not been able to solve the Cyprus problem between them. Neither have they been able to solve it through the involvement of their respective motherlands. The Cyprus problem will only be solved through the United Nations and the European Union, who are already involved in the process, and who should use the carrots that they hold in order to steer the two sides towards a multicultural solution. Bear with me, this is not yet another oft-repeated Cyprob cliché.

The aforementioned intergovernmental organisations must promote the respect of diversity and the rights of all people — including non-dominant national minorities (e.g. Maronites, Armenians and Latins) and new migrant groups — over their culture, language and history. In order to guarantee fair treatment, we need to re-think the bicommunal exceptionalism of the negotiated constitution; namely, to consider whether we are still right in treating Greek- and Turkish-Cypriots as exceptional. We cannot have a healthy debate without the creation of a safe space where non-dominant minorities can express their demands in relation to the upcoming solution plan. And the only way to establish this safe space is through the EU and the UN.

Let us now consider what carrots the UN and the EU hold, which they could use to steer the two sides towards a multicultural solution.

The United Nations provide their good offices through the office of their representative in Cyprus. The UN have an advisory role, which means that they cannot force or enforce any decision; it is up to the constitutive sides to reach an agreement. Nevertheless, the UN are those with the expert knowledge, responsible for drafting and facilitating the negotiation for the new constitution.

The European Union is also involved in the negotiations, albeit through a less hands-on approach in comparison to the UN; one that nonetheless spans multiple domains. The European Commission releases the Annual Enlargement Package, which includes strategy and progress reports for each country. A lot of political weight is put into those reports, since they decide whether additional requirements will be imposed on the accession criteria of states that aspire to join the Union. As such, the EU has the ability — and does exercise it — to put pressure on Turkey through its Annual Progress Report.

Similarly, the European Commission can exercise pressure on the leadership of the Turkish Cypriot community. The EC has set up a Directorate-general for Enlargement which has, in turn, set up a task force for the Turkish Cypriot Community, that runs a Programme Support Office (EUPSO) in north Cyprus. The Aid provided by the EU through EUPSO aims to facilitate the social and economic development of northern Cyprus, to develop and refurbish its infrastructure, to support civil society in creating initiatives for reconciliation and to prepare the post-solution implementation of EU law. The Aid programme was established in 2006, and it had an initial life-span of five years, but it was extended from 2011 onwards with an additional €28 million annually, in support of the on-going UN process.

Thus the TC leadership has a very good monetary incentive to abide by the Commission’s guidance, and Turkey — through the Progress Report and because of the fact that in absence of the EUPSO Aid given to the TC, the gap in TRNC’s balance of payments would have to be filled by the Turkish state, which finances the regime in the north — is also incentivised towards finding a comprehensive settlement to the Cyprus problem.

The Republic of Cyprus, on the other hand, is already bound to the EU as all member-states are, and as such it is also incentivised for cooperation on finding a solution to the problem. Since March 25th, 2013, the RoC has an additional motivation to seek a solution. A solution to the Cyprus problem would be beneficial to the economy, and given that the RoC is under a Memorandum of Understanding with the Troika it is in dire need of political initiatives that will have financially beneficial outcomes for the country’s economy.

The authority of the EU and the UN is deliberately interwoven. The objectives of the UN and the EU in relation to the Cyprus problem are the same, and they are supported both materially and practically — the Aid and Grants of the EU, the good services of the UN in Cyprus, and the EU’s role as a guarantor for the success of the new constitution. Furthermore, the UN Security Council’s Resolutions and the case law of the European Court of Human Rights pertaining to Cyprus are used as political assets by both sides — thus the resolutions, ruling and reports issued by the two intergovernmental institutions can easily shift the balance of power between the two communities.

A recent example that followed the rejection of the Annan Plan by the Greek Cypriots, has been the creation of the Immovable Property Commission, where the ECtHR ruled that a new court would be set up in north Cyprus to resolve property disputes related to GC properties in northern Cyprus. The creation of IPC has shifted the balance of power between the two sides considerably, because it was the first EU-sanctioned institution established in the internationally unrecognised TRNC. Whereas the GC political elites maintain that taking a case to the IPC means recognising TRNC, the ECtHR clarified that the IPC does not constitute a recognition of the state in the north, for it is placed under the authority of Turkey and not TRNC.

Nevertheless, the public attitudes towards the EU and the UN are low amongst both the Greek- and Turkish-Cypriots. According to the latest Eurobarometer data, 86% of the Greek Cypriots believe that their voice does not count in the EU. 77% of GCs believe that their voice does not count in Cyprus either. 52% of Greek Cypriots are against the Euro and only 46% believe that they are citizens of the EU. The Eurobarometer results for the TC communirty show that 57% of TCs answered that they trust the EU and 49% have a “total positive” image of it. Trust towards the UN was slightly lower at 47%.

The opinion polls paint a bleak picture of the UN and EU. There is consensus of distrust towards the EU and the UN by both GCs and TCs, which is featured consistently across different surveys. Nevertheless, the negative consensus can be justified — the Annan Plan was rejected, all attempts for reunification since then have failed, and both states have been subject to severe austerity measures.

The success of the negotiations relies upon a positive consensus on the involvement of IOs in the process of reaching a comprehensive solution of the Cyprus problem. It is less a matter of transference of power from the domestic to the international, and more an issue of revision of the existing involvement of these intergovernmental institutions to the Cyprus problem; to revise their involvement in order to make sure that it is in accordance and compatible with the Lisbon Treaty and the Charter of the UN, which both explicitly uphold the respect of diversity. It would require that the EU or the UN provide arbitration for the deliberation over the rights of minority cultures, making sure that cultures are not denied rights because their cultural identities are ignored or misrepresented.

Should we reconsider the “Bi” in Bizonal Bicommunal Federation?

Published in the Cyprus-Mail under the title “Reconsidering the ‘bi’ in bizonal, bicommunal federation,” May 24th, 2015.

Once the dual meaning of the term “Greek-Cypriot” is deciphered, then one must proceed to understand the process of misrecognition that took place during the crafting of the 1960s constitution. Non-dominant minorities have experienced their ethnic, religious and linguistic identities denied to them in the name of their membership to the Greek Cypriot culture. This is what I describe as the process of misrecognition, where the initial classification of a cultural group conditions the demands that the group is entitled to make. Such acts of misrecognition have been legitimised with the 1960 bicommunally-organised constitution, and perpetuated in all the subsequent solution plans. Thus, the constitutional model negotiated since then, called the Bizonal Bicommunal Federation (BBF), is open to challenge on the grounds that it suppresses cultural diversity through misrecognition and cultural assimilation.

Bizonality is one of the more controversial aspects of the negotiated constitutional model, because it grants each culture specific rights over land. The geographical area of Cyprus, both north and south, will be divided into two parts of different sizes, where each ethnic group will preside over. The opponents of bizonality, like the Social Democratic EDEK, claim that the concept of bizonality is original to Cyprus, since it has no precedence of application in any other country. Nevertheless, bizonality is another form of territorial rights, similar to those found in Australia, where certain indigenous populations retain rights over specific pieces of land. More specifically, in Australia 417,318 square kilometres of Aboriginal freehold land are regulated by Land Councils under the Aboriginal Land Rights Act of 1976.

The arguments against bizonality are often defended on anti-prejudice grounds: that it is prejudiced to restrict the right of movement of people, but they rest on false premises because they misunderstand the nature of the territorial rights in question: freedom of movement is not curtailed, people will still be able to move and live in the zones controlled by the other ethnic group, the only difference is that local governance will be up to the other national group.

The rejection of bizonality is often intertwined with a rejection of federalism altogether. To reject a federal solution to the Cyprus problem is not often part of the public discourse in Cyprus. It is something only featured among the supporters of the far-right. Supporters of the mainstream political parties, who are critical of a federal solution, often displace their discontent of federalism through the rejection of bizonality, although in essence they reject the latter. The most popular criticism that they level against it, again in the name of anti-prejudice, is that it is discriminatory to violate the premise of “one (hu)man one vote.” Nevertheless, balanced voting is a defining feature of many federal constitutions, used to protect the interests of minority cultures. The most popular example of this can be seen in the United States, where the weight of individual votes depends on the size of that state.

Irrespective of the popular discourse around the type of the negotiated constitution, certain aspects of BBF cannot be dispersed.The TCs would hardly concede to a solution that lacked the following three attributes: self-governmental rights in a federal state, territorial rights in that state, and Turkey as a guarantor of the security of that state. It is important to understand that the TCs, in almost an identical way as the GCs, have experienced the construction of their national identity in opposition to “the other” — through nation building and competing historiographies. At the same, the non-dominant minority cultures were assimilated through misrecognition and forced membership to one of the two constitutionally exceptional cultural groups. The challenge that a multiculturally-organised constitution needs to tackle is how to find the balance between the security-related concerns of the main groups (GCs and TCs), whilst compensating the non-dominant minorities for the costs imposed upon them through their historical constitutional misrecognition.

To resolve these challenges the role of the intergovernmental institutions involved in the process of finding a comprehensive solution to the Cyprus problem need to be reconsidered, as well as the currently-negotiated constitutional model, the Bizonal Bicommunal Federation.

Starting with the latter, the reasons why a federal solution is the only type of constitution likely to be accepted by all the national groups of the island, requires little discussion — it is the only model likely to be accepted by both sides.

Greek Cypriots favor a unitary state over other alternatives. Federation is a distant second, but still acceptable to a majority of the population. A continuation of the status quo is seen as unacceptable by the majority of population. […] Turkish Cypriots favor two states, but are prepared to accept federation as a compromise. Continuation of the status quo is also a tolerable option to Turkish Cypriots.

The opposite model, that of a unitary state, cannot ease the security-concerns of the TCs and given the post-violent climate, it stands to reason that a federal solution with territorial rights to the two dominant groups whose identities are competing, is the only constitutional model likely to be accepted, and most importantly, the only likely to be functional and able to provide a structure that promotes the peaceful coexistence of the two peoples. What must be reconsidered is not the federal basis of the negotiated constitution, but rather its binary character. This view is one that is almost never articulated in the discourse of the Cyprus problem, even though it is clearly the source of much conflict. The emphasis is usually placed on whether the future state should be federal or not, and whether the minority TC culture should have territorial rights in the form of political control over a zone. Instead, the emphasis should shift towards the binary application of those two constitutional provisions, which exclude the rest of the national cultures of the island.

In revising the “Bi” in “Bizonal, Bicommunal, Federation,” one must consider what rights must be extended to the members of the non-dominant minorities of the island, in order to compensate them for their historically unjust treatment. This view has the implication that Armenians, Latins, Maronites and Roma as citizens of the Republic of Cyprus, can rightfully advance claims for self-governmental and territorial rights, in the same way as the TCs do. An argument against this implication is the impracticability objection: that it would be politically messy in terms of governmentality, and invariably costly in terms of application, to provide self-governmental and territorial rights to all the national minorities on the island. Although the view that it would be impossible to extend (some of) the rights that the TCs will be afforded in future constitutions to non-dominant minorities has merit, there is no evidence to support it because it has never been seriously considered. In any case, the devolution of powers to, for example, the local councils of Maronites is not something that would be either terribly costly or grossly impractical. It is not the academic (or the politician for that matter) who must decide what rights must be granted to minorities. It is the minorities themselves that are burdened with the task of articulating their demands. Thus, until a process is established where minorities, under full knowledge of their options, can securely articulate their demands, one cannot know what those might be.

To this end, a process of internationally-facilitated recognition of minority cultures can be particularly conducive to the process of the communication of the demands of minority cultures, necessary for the creation of a new negotiating framework for the constitution of Cyprus. In order to compensate for the historical injustice of misrecognition, the exclusion and assimilation that minority cultures have experienced through the binary nature of the constitution need to be mitigated. A new constitution, one that is based on multicultural rather than bicommunal constitutionalism must be established; one that includes all cultures in the debate, and guarantees their equal standing within it. To this day, the members of non-dominant minority cultures are considered part of the GC civic group, and thus denied part of their cultural identity. In order to overcome this political and cultural deadlock, an external arbitration arrangement is needed to facilitate the process of their recognition — one that must underpin any future deliberation between members of majority and minority cultures.

What it means to be a Greek-Cypriot?

Published in the Cyprus-Mail, May 17th 2015.

In the case of Cyprus one must distinguish between the dual-meaning and usage of the dominant cultural identity.

The identity and label of the Greek Cypriot (GC) can have two completely different meanings: there is a constitutional (civic) definition and a cultural definition. The civic definition is that which is found in the 1960 constitution of the Republic of Cyprus, where a GC is a member of the Greek national group. Nevertheless, the civic definition of being a Greek Cypriot includes Armenians, Latins and Maronites, who “chose” to join the GC ethnic group back in 1959, only months before the introduction of the new constitution, as well as recently naturalised third country nationals.

As such, to be a GC in the civic sense does not mean being a member of a historical association based on a common sense of belonging to a community of fate, religion, lineage, language and customs. Rather, it means being a member of a civic group dominated by a specific cultural group.

By being a member of this constitutionally-recognised collective, the groups whose culture is different from the dominant group, are subject to assimilation because their own culture is not recognised.

The civic definition therefore is: the constitutional recognition of a collective that identifies based on the values of the dominant group of a country, but whose membership spans beyond the cultural natives of that dominant group; people from different (minority) cultures are assimilated to it — they are identified as members of the dominant culture and in doing so are denied their native cultural identity.

The civic conception of culture is able to accommodate more members than the alternative, ethnic “cultural” conception, which forms the core of the civic identity, since the former provides the values upon which the latter is based. The cultural conception relies upon ethnicity as its determinant of identity and as such, it is less welcoming and more exclusionary than the civic conception, since it can only accommodate people who are born into the culture. The cultural definition includes the members of one imaginary community — in the case of the Greek Cypriots it includes those members who are being identified as part of the Greek ethnos. The agency of the individual members has little relevance. One cannot cease being a Greek Cypriot; membership to an ethnic culture is a blood bond rather than a product of voluntary decision-making. Individuals need not espouse the bundle of identities that make up the ethnic whole in order for them to be considered rightful members of that culture — blood is enough. For instance, one can be a Greek Cypriot whilst being an Atheist, thus diverging from the ethnic definition of Greeks as Christian Orthodox; or one can be a GC without speaking the Cypriot dialect of the Greek language, like the children of expats, which are nonetheless considered members of the GC culture.

In the case of Cyprus it is of utmost importance to understand that the identity of the “Greek Cypriot” can have a dual meaning, describing two different groups of people. The civic definition includes the members of the Greek ethnic group but goes beyond it to include the post-1959 new recruits — Maronites, Latins, Armenians — whilst at the same time promoting the values, customs and history of the dominant ethnic group.

It would therefore be a mistake to assume that there is a uniform culture of Greeks Cypriots, conceived as a solidified and homogeneous group whose values must be guaranteed by the state. Only when the dual meaning of being a Greek Cypriot is grasped, will one be able to proceed and question whether it is desirable, or even politically legitimate, to apply and reinforce the dominance of the ethnic identity upon the members of the civic group.

Thus, in the first instance, when one reflects on the case of Cyprus, one must distinguish between ethnic and civic conceptions of national cultures, which are then to be distinguished from the individual cultural allegiances, or lack thereof, of their members.

In Cyprus, the dominant narrative on both sides of the divide is to refute the fact that the cultural distinctions established and institutionalised with the 1960 constitution resulted in the assimilation of people whose ethnic identities diverge from the two constitutionally-recognised ones, or of people who do not perceive themselves as members of either cultural group. This dominant perspective has survived throughout the second half of the 20th century, and has found its way into all the solution plans (constitutions) negotiated since then. All the constitutional solutions to the Cyprus problem treat the two cultures as exceptional by granting them more rights than the rest, allowing for the gradual extinction through assimilation of those cultures that are civically-classified as members of the GC, but are nonetheless cultural members of other associations, and therefore not members of the Greek ethnic group.